Γαλλικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

Γαλλικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

Γαλλικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

Γαλλικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

 

Έχουν συμπεριληφθεί και οι λέξεις που έχουν Ελληνικές ρίζες, οι κατά λέξη μεταφράσεις, αποδόσεις και τα αντιδάνεια.

ΜΕΡΟΣ 1      ΜΕΡΟΣ 2     ΜΕΡΟΣ 3     ΜΕΡΟΣ 4     ΜΕΡΟΣ 5

 

αβαείο   abbaye   καθολικό μοναστήρι που διοικείται από αβά | η κατοικία του αβά

αβανγκάρντ      avant-garde       η πρωτοπορία | η επινόηση και εφαρμογή νέων και πρωτοποριακών ιδεών ιδ. στην τέχνη και τη λογοτεχνία, η πρωτοπορία | ομάδα καλλιτεχνών, συγγραφέων κτλ. που επινοεί και εφαρμόζει πρωτοποριακές ιδέες και τεχνικές

αβανγκαρντισμός           avant-gardisme                πρωτοπορία, τάση, που παρατηρείται σε κινήματα νεολαίας, για αμφισβήτηση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης

αβαντάζ              avantage             πλεονέκτημα, συμφέρον, όφελος | υπεροχή

αγαθοθυμία      bonne humeurη καλή προαίρεση, διάθεση που ωθεί σε αγαθές πράξεις

αγγλέ    anglais  αγγλικός

αγενεσία             agénésie              η εκ γενετής έλλειψη οργάνου ή μέλους του σώματος που οφείλεται στην έλλειψη των σχετικών γονιδίων

αγκαζάρω           engager               εξασφαλίζω, δεσμεύω δίνοντας προκαταβολή ή υπόσχεση, καπαρώνω

αγκαζέengagéδεσμευμένος, πιασμένος | με αλληλοκράτημα από τα μπράτσα

αγκράφα            agrafe   διακοσμητική καρφίτσα που συνδέει τα άκρα ζώνης, φορέματος κτλ. ή στερεώνει τα μαλλιά, πόρπη

αγνωσιαρχία     agnosticisme      φιλοσοφική θεωρία, κατά την οποία η αντικειμενική γνώση της αρχής του κόσμου και της ουσίας των όντων είναι αδύνατη

αγνωστικισμόςagnosticisme      φιλοσοφική θεωρία, κατά την οποία η αντικειμενική γνώση της αρχής του κόσμου και της ουσίας των όντων είναι αδύνατη

αγραμματισμός               agrammatisme  μορφή διαταραχής του λόγου κατά την οποία εκδηλώνεται αδυναμία στη συγκρότηση προτάσεων, στον προφορικό και γραπτό λόγο, σύμφωνα με τους συντακτικούς κανόνες

αερόλυμα           aérosolλεπτότατα σωματίδια υγρού ή στερεού που είναι διεσπαρμένα μέσα σε αέρα ή αέριο

αερομοντελισμός            aéromodelisme                τεχνική της κατασκευής και πτήσης ομοιωμάτων πτητικών συσκευών μικρών διαστάσεων

αεροναύτης       aéronaute           ο αεροπόρος

αεροναυτική     aéronautique    η επιστήμη της κατασκευής και πτήσης αεροσκαφών

αεροναυτιλία   navigation aérienne        κλάδος της αεροναυτικής που ασχολείται με τον καθορισμό της πορείας και οδήγησης αεροσκάφους

αεροπλάνο        aéroplane           συσκευή που μπορεί να ανυψώνεται και να πετά στον αέρα

αερόστατο         aérostate            πτητική συσκευή ελαφρότερη από τον ατμοσφαιρικό αέρα, που μπορεί να υψώνεται, να μετακινείται και να στέκει μετέωρη

αερόφρενο        aérofrein             φρένο που λειτουργεί με πεπιεσμένο αέρα

αζούρ   ajour     είδος διακοσμητικού κεντήματος σε ύφασμα

αηθικισμός         immoralisme      θεωρία που προτείνει ηθικές αρχές διαφορετικές από τις ισχύουσες (σε αντίθεση προς τον αμοραλισμό που αρνείται την ύπαρξη ηθικών αξιών)

αιθυλένιο           éthylene              αέριο αναφλέξιμο, συστατικό του οινοπνεύματος και του φωταερίου

αιθύλιο                éthyle   μονοσθενής οργανική ρίζα

ακαζούacajou   ονομασία δέντρων τροπικών περιοχών, των οποίων το ξύλο χρησιμοποιείται για την κατασκευή επίπλων, λεπτουργημάτων κτλ.

ακορντεόν          accordéon           μουσικό όργανο

ακριλικός            acrylique              οργανική, ακόρεστη ένωση, υγρό με δριμύτατη οσμή· τα παράγωγά του χρησιμοποιούνται στην κατασκευή οπτικών εξαρτημάτων | συνθετικές, τεχνητές ίνες που κατασκευάζονται με πολυμερισμό του ακριλικού νιτριλίου

ακρομεγαλία    acromégalie       είδος δυσπλασίας, παραμορφωτική μεγέθυνση των άκρων

ακτιβισμός         activisme             φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ως κριτήριο της αλήθειας την αποτελεσματικότητα της δράσης | πολιτική αντίληψη ή πρακτική που εκφράζεται με εντυπωσιακές ενέργειες

ακτιβιστής/τρια               activiste               οπαδός του ακτιβισμού

ακτουαλισμός   actualisme          γεωλογική μέθοδος εργασίας που εξηγεί τα γεωλογικά φαινόμενα του παρελθόντος με τη μελέτη των γεωλογικών φαινομένων του παρόντος | (φιλοσωφία) θεωρία που δέχεται ως βασική ουσία του πνεύματος τη δράση

αλέα     allée      δεντροστοιχία

αλερετούρ         aller retour         μετάβαση σε ορισμένο τόπο και επιστροφή

άλκαλι(o)            alcali      το υδροξείδιο διαφόρων μετάλλων

αλκαλοειδές      alcaloide              οργανική ένωση που περιέχει άζωτο

αλκοτέστ             alcootest             δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται ορισμένα πρόσωπα ύποπτα για χρήση οινοπνευματωδών

αλμανάκ             almanach             ημερολόγιο, καλαντάρι

αλπινισμός         alpinisme             η συστηματική ανάβαση στις Άλπεις ή σε άλλα ψηλά βουνά, ορειβασία

αλπινιστής/τρια               alpiniste               επιδιδόμενος στον αλπινισμό | ορειβάτης

αλτερνατίβα     alternative          η εναλλακτική λύση

αλτρουισμός     altruisme             ανυστερόβουλη φροντίδα για το καλό των άλλων

αμάλγαμα          amalgame           κράμα υδραργύρου με άλλο μέταλλο | ανακάτωμα ανόμοιων πραγμάτων ή προσώπων

αμίαντο(ς)          amiante               ορυκτό άκαυστο και άφλεκτο

αμοραλισμός    amoralisme        φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει ενιαία, παγκόσμια αναγνωρισμένη και αναλλοίωτη ηθική, επειδή οι ηθικές αντιλήψεις παραλλάζουν κατά τόπο και χρόνο | ανηθικότητα, έκλυση των ηθών

αμοραλιστής/τρια          amoral  οπαδός του αμοραλισμού, ο ηθικά ουδέτερος, ο αδιάφορος για τους κανόνες της ηθικής

αμορτισέρ          amortisseur        αποσβεστήρας των κραδασμών των οχημάτων

αμπαζούρ           abat – jour           κάλυμμα λάμπας, που συγκεντρώνει το φως προς τα κάτω

αμπαλάζ              emballage           συσκευασία, περιτύλιγμα

αμπαλάρω         emballer              συσκευάζω σε δέματα ή κιβώτια

αμπέρ   ampere                μονάδα μετρήσεως της εντάσεως του ηλεκτρικού ρεύματος

αμπιγιέ                habillé   ντύσιμο κατάλληλο για επίσημη εμφάνιση

αμπιγιέζ               habilleuse           η υπάλληλος του θεάτρου επιφορτισμένος να βοηθεί τους ηθοποιούς να ντύνονται για την παράσταση

αμπιγιέρ              habilleur              ο υπάλληλος του θεάτρου επιφορτισμένος να βοηθεί τους ηθοποιούς να ντύνονται για την παράσταση

αμπούλα             ampoule              γυάλινο φιαλίδιο με φαρμακευτική ουσία για ενέσεις | φιαλίδιο που περιέχει υγρό

αμπρί    abri        υπόγειο χαράκωμα για προφύλαξη από τα βλήματα του εχθρού

αμφεταμίνη       amphétamine   φάρμακο με χαρακτηριστικές διεγερτικές ενέργειες επί του κεντρικού νευρικού συστήματος

ανθρωποπίθηκος            anthropopithéque          γένος πιθήκων που από τα απολιθώματα παρουσιάζεται ως ενδιάμεση μορφή μεταξύ ανθρώπου και πιθήκου (σε αντίθεση προς τον πιθηκάνθρωπο που τα απολιθώματα οδηγούν σε ανθρωποειδές με εξωτερικά χαρακτηριστικά όμοια προς τους πιθήκους)

ανθρωποποίηση              hominisation      το σύνολο των φυσικών, φυσιολογικών και ψυχικών εξελικτικών διεργασιών με τις οποίες οι πρόγονοι του ανθρώπου απέκτησαν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα πρωτεύοντα

ανιλίνηaniline   οργανική ένωση που χρησιμοποιείται για την παρασκευή χρωμάτων, φαρμάκων, εκρηκτικών, πλαστικών και στη βιομηχανία παραγωγής φωτογραφικών και ελαστικών προϊόντων

ανιμιστικός        animiste               ο σχετικός με τον ανιμισμό

ανοξία  anoxie  ελάττωση της ποσότητας του οξυγόνου των ιστών, ανεπαρκής τροφοδότηση των ιστών με οξυγόνο

ανσάμπλ             ensemble            γυναικεία ενδυμασία που αποτελείται από κομμάτια που συνδυάζονται μεταξύ τους | στη ρυθμική γυμναστική, για να δηλώσει τις ασκήσεις που εκτελούνται συγχρόνως από όλες τις αθλήτριες της ομάδας

αντιβιόγραμμα                antibiogrammeβιολογική μέθοδος που ανευρίσκει ποια αντιβιοτικά είναι δυνατόν να αναστείλουν την ανάπτυξη συγκεκριμένου μικροβίου

αντιγόνο             antigene              ουσία που δημιουργεί στον οργανισμό αντισώματα, αντίγονο

αντιήρωας          antiheros             αυτός που δεν έχει τα χαρακτηριστικά του παραδοσιακού ήρωα

αντικιέρ               antiquaire           έμπορος παλαιών πολύτιμων αντικειμένων, αρχαιοπώλης

αντιλόπη             antilope               κερασφόρο θηλαστικό, λυγερόκορμο που ζει σε κοπάδια στην Αφρική

αντώνυμο           antonyme           λέξη με σημασία αντίθετη προς άλλη | αντίθετο

ανφάν-γκατέ    enfant gaté        κακομαθημένο παιδί εξαιτίας των υπερβολικών φροντίδων

ανφάς  en faceμπροστά από κάποιον, κατά πρόσωπο

αξεσουάρ           accesoire             βοηθητικό εξαρτήμα

απαρτεμάν        appartement     το διαμέρισμα

απάχης/ισσα     apacheαλήτης των μεγαλοπόλεων, κακοποιό στοιχείο

απεριτίφ             apéritifοινοπνευματώδες ποτό που προσφέρεται πριν από το φαγητό ως ορεκτικό

απλίκαapplique              φωτιστικό τοίχου

αποτοξίκωση     disintoxication   θεραπεία αλκοολικού ή τοξικομανούς, η οποία αποσκοπεί στην προοδευτική αποβολή των συνηθειών του της κατάχρησης οινοπνεύματος ή της λήψης ναρκωτικών

αρ νουβό            art nouveau       όρος που επιβλήθηκε σχεδόν διεθνώς για το καλλιτεχνικό στιλ που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη μεταξύ του 1885 και 1914 και διαδόθηκε και στην Αμερική, το οποίο χαρακτηρίζεται από τη χρήση των ελικοειδών γραμμών, των αραβουργημάτων, των φυτικών ή άνθινων στοιχείων και γεν. την υπερβολή στη χρήση διακοσμητικών στοιχείων

αρ ντεκό              Art Déco              όρος για το διακοσμητικό και καλλιτεχνικό στιλ που διαμορφώθηκε στη δεκαετία 1920-30 και χαρακτηρίζεται από τα έντονα περιγράμματα, ευθύγραμμο και αεροδυναμικό σχήμα, καθώς και από τη χρήση νέων υλικών

αραμπέσκ           arabesque          θέση ή στάση χορευτή του μπαλέτου κατά την οποία το σώμα στηρίζεται στο ένα πόδι ενώ το άλλο είναι τεντωμένο στον αέρα προς τα πίσω

αραχίδα              arachide               το μονοετές φυτό που παράγει τα αράπικα φυστίκια

αργκό   argot     συνθηματική γλώσσα των αλητών, των κακοποιών και γενικά του υποκόσμου | μορφή συνθηματικής γλώσσας που χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή τάξη

αρζαντέ               argenté                επάργυρος | λέγεται και για θηλαστικά που το γουναρικό τους έχει αργυρό χρώμα

αριβισμός           arrivisme             η ανήθικη τάση για γρήγορη ανάδειξη με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου

αριβίστας/τρια                arriviste                ο κινούμενος από αριβισμό, που χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα για να αναδειχθεί, αριβιστής

αρκανικός          arcane  λέξη για να χαρακτηρίσει ενέργεια, διαδικασία κτλ. της οποίας το μυστικό δεν πρέπει να είναι γνωστό παρά μόνο στους μυημένους

αρμ        presentez armes              χρησιμοποιείται σε στρατιωτικά παραγγέλματα: παρουσιάστε αρμ

αρμονίστας        harmoniste         μουσικός που παίζει αρμόνιο

αρτεσιανό          artesian                τεχνητή πηγή νερού που αναβλύζει με σωλήνες από μεγάλο βάθος

ασανσέρ             ascenseur           κινητός θαλαμίσκος για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων από τον έναν όροφο κτιρίου σε άλλον, ανελκυστήρας

ασετιλίνη            acétyl    φωτιστικό αέριο, που παράγεται από την ένωση ανθρακασβεστίου και νερού, το ακετιλένιο

ασορτί  assorti   ομοιόχρωμος (για χρώματα και για στοιχεία της περιβολής ή του διακόσμου)

ασπιρίνη             aspirine                παυσίπονο και αντιπυρετικό φάρμακο

αστιγματικός     astigmate            χαρακτηριστικός του αστιγματισμού ή ο κατάλληλος για τον αστιγματισμό

αστιγματισμός  astigmatisme     ανωμαλία της όρασης κατά την οποία οι ακτίνες που πέφτουν παράλληλα στο μάτι δεν ενώνονται σε μια κοινή εστία και για το λόγο αυτό η όραση είναι ελαττωματική, και τα αντικείμενα φαίνονται επιμήκη ή πολλές φορές πολλαπλά

ατελιέ   atelier   εργαστήριο ζωγράφου, γλύπτη ή άλλου καλλιτέχνη

ατόλη   atoll       δακτυλιοειδές κοραλλιογενές νησί στου οποίου το κέντρο έχει σχηματισθεί λιμνοθάλασσα

ατού      atout     παιγχνιόχαρτο που κερδίζει | πλεονέκτημα, ισχυρό επιχείρημα

ατραξιόν             attraction            θεαματικό νούμερο σε παράσταση

αυτισμός             autisme                ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από περιορισμό του ατόμου στο δικό του κόσμο των ιδεών και από εκούσια διακοπή της επαφής με το περιβάλλον

αυτοπλαστική   autoplastie         μεταμόσχευση δέρματος από ένα μέρος του σώματος σε άλλο του ίδιου ατόμου

αψέντιabsinthe              δυνατό οινοπνευματώδες ποτό αρωματισμένο με απόσταγμα του φυτού αψιθιά

βαγκόν λι            wagon-lit             βαγόνι τρένου που αποτελείται από μικρά κλειστά διαμερίσματα με κρεβάτια, για να περνούν τη νύχτα οι ταξιδιώτες, κλινάμαξα

βαζελίνη              Vaseline               λιπαρή και άοσμη ουσία, που εξάγεται από το ακάθαρτο πετρέλαιο και χρησιμοποιείται, στη φαρμακευτική, για την παρασκευή αλοιφών

βαθυσκάφος     bathyscaphe      υποβρύχιο σκάφος που μπορεί να καταδύεται σε μεγάλα βάθη για την εξερεύνηση των βυθών των ωκεανών

βαθύσφαιρα     bathysphere      σφαιρική συσκευή από σιδηροελάσματα που ποντίζεται στη θάλασσα, από ειδικό σκάφος, και είναι εφοδιασμένη με ειδικά όργανα για υποβρύχιες παρατηρήσεις

βακελίτης           bakélite                τεχνητή ρητίνη με την οποία κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα

βακτηριολογίαbactériologie      κλάδος της μικροβιολογίας που ασχολείται ειδικά με τα βακτήρια

βακτηριολογικός             bactériologique                σχετικός με τη βακτηριολογία

βαλές    valet      υπηρέτης, δούλος | μια από τις φιγούρες της τράπουλας, ο φάντης

βαλκανοποίηση               balkanisation     πολιτική τεμαχισμού μιας χώρας ή αυτοκρατορίας σε μικρότερα και συνήθως εχθρικά μεταξύ τους κράτη

βαλς      valse      είδος ευρωπαϊκού χορού, εκτελούμενου κατά ζεύγη

βαλτικός              baltique               της βαλτικής θάλασσας ή των παρακείμενων χωρών

βαμπιρισμός      vampirisme        η πίστη στην ύπαρξη και δράση βρικολάκων | σεξουαλική διαστροφή

βάνα     vanne   διακόπτης που περιστρέφεται γύρω από άξονα και ρυθμίζει τη ροή του νερού

βανδαλισμός     vandalisme         πράξη βανδάλων, βαρβαρότητα | η καταστροφή έργων τέχνης

βαποριζατέρ     vaporisateur      μικρός ψεκαστήρας κυρ. για χρήση προϊόντων κομμωτικής και αισθητικής

βαρβιτουρικά   barbiturique       υπνωτικά και κατευναστικά φάρμακα

βαριετέ                variété  θέατρο ή θίασος με ποικίλο πρόγραμμα

βαρόμετρο         barométre          όργανο με το οποίο μετριέται η ατμοσφαιρική πίεση

βαρονέσα           baron    τίτλος ευγενείας στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη, βαρόνη

βαρονία              baronnie              το τιμάριο και ο τίτλος του βαρόνου

βαρόνος              baron    τίτλος ευγενείας στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη

βελουτέ               velouté                για ύφασμα, χνουδωτό στη μιαν όψη και απαλό στην αφή, σαν βελούδο

βενεδικτίνη        bénédictine        είδος γαλλικού λικέρ, που παρασκευάζεται από τους Βενεδικτίνους μοναχούς

βενζίνα/η            benzine                μπενζίνα, καύσιμο μείγμα υδρογονανθράκων, προϊόν του πετρελαίου

βενζόη  benjoin                βαλσαμική ρητίνη που εκκρίνουν ορισμένα δέντρα της Άπω Ανατολής χρησιμοποιούμενη στην αρωματοποιία και τη φαρμακευτική

βενζόλη               benzole                εύφλεκτο υγρό αντισηπτικό και δηλητηριώδες που παράγεται κυρίως από την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων και ελαίων της πίσσας

βεραμάν             vert-amande     που έχει το χρώμα του χλωρού αμυγδάλου, φιστικής

βεράντα              véranda               πλατύ μπαλκόνι στεγασμένο ή όχι, είδος εξώστη

βεριτάμπλ          véritable              πραγματικός, αληθινός, γνήσιος

βερμούτ              vermouth            δυνατό οινοπνευματώδες ποτό, αψινθέλαιο

βερσιόν               versionκινηματογραφική ταινία που έχει υποστεί τροποποιήσεις | για τραγούδι που έχει κυκλοφορήσει και ηχογραφείται ξανά με τροποποιήσεις

βηρύλλιο             béryllium             χημικό στοιχείο της κατηγορίας των μετάλλων

βιζαβί   vis a visαντίκρυ, απέναντι

βιζόν     vison     σαρκοφάγο θηλαστικό από το οποίο λαμβάνεται το ομώνυμο πολύτιμο γουναρικό

βιμπραφωνίστας             vibraphoniste    μουσικός που παίζει βιμπράφωνο

βιμπράφωνο     vibraphone         βιμπραφόν, κρουστό μουσικό όργανο αποτελούμενο από λεπτά χαλύβδινα ελάσματα που πάλλονται καθώς τα χτυπά ο μουσικός με ειδικές μπακέτες

βινιέταvignette               ζωγραφικό ή γραμμικό κόσμημα, που χωρίζει τα κεφάλαια βιβλίου | ζωγραφικό πλαίσιο σελίδας

βιοακουστική    bioacoustique   κλάδος της βιολογίας που μελετά τους ήχους που παράγουν τα ανώτερα ζώα ως μέσο επικοινωνίας τους

βιογένεση           biogenése           η από ζωντανά σπέρματα ή γονείς παραγωγή ζωντανών οργανισμών, βιογονία

βιογενετική        biogénétique     το σύνολο των θεωριών που ασχολούνται με τις πηγές της ζωής και την εξέλιξη των οργανισμών

βιοθεραπεία     biothérapie        θεραπευτική μέθοδος κατά την οποία χρησιμοποιούνται καλλιεργήματα ζωντανών μικροοργανισμών ή το υλικό στο οποίο αναπτύσσονται οι μικροοργανισμοί αυτοί

βιοκλιματολογία             bioclimatologieκλάδος των βιολογικών επιστημών που μελετά την επίδραση των κλιματικών παραγόντων στην ανάπτυξη των ζωντανών οργανισμών και στην κατανομή τους στη γη

βιοκοινωνία       biocénose           βιοκοινότητα

βιολονίστας       violoniste            ο βιολιστής

βιονικήbionique              η εφαρμογή βιολογικών μεθόδων και αρχών στον σχεδιασμό και την κατασκευή ηλεκτρονικών μηχανών και διατάξεων

βιονομία             bionomie             κλάδος της βιολογίας, επιστήμη που μελετά τις σχέσεις των ζωντανών οργανισμών μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους

βιόσφαιρα         biosphére           το τμήμα της γήινης σφαίρας, όπου οι φυσικοχημικές συνθήκες επιτρέπουν την ύπαρξη ζωής | το σύνολο των ζωντανών οργανισμών και το περιβάλλον τους

βιότοπος             biotope                περιοχή ενιαία από άποψη περιβαλλοντικών συνθηκών, στην οποία ζουν ένα ή πολλά είδη φυτικών ή ζωικών οργανισμών

βισκόζ   viscoseκυτταρίνη σε κολλώδη κατάσταση που χρησιμοποιείται για τη βιομηχανική παραγωγή τεχνητής μέταξας κτλ. | ύφασμα από το υλικό αυτό

βισμούθιο           bismuth               μέταλλο που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση ενώσεων ποικίλης χρήσεως (στην υαλουργία, τη φαρμακευτική κ.ά.)

βιταλισμός         vitalisme              φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία τα βιολογικά φαινόμενα οφείλονται σε ζωτική δύναμη (vis vitalis) με προκαθορισμένη σκοπιμότητα που ξεφεύγει από την επιστημονική ανάλυση και την εργαστηριακή έρευνα

βιταμίνη              vitamines            ουσίες (ζωικές ή φυτικές) απαραίτητες για την ανάπτυξη του οργανισμού

βιτρίναvitrine   υαλόφρακτη προθήκη καταστήματος | είδος επίπλου που κλείνει με γυάλινα φύλλα

βιτριόλι                vitriol     το θειικό οξύ (ισχυρό διαβρωτικό)

βιτρό     vitraux  υαλογράφημα

βολάν   volant   τιμόνι αυτοκινήτου | φραμπαλάς στα φορέματα

βολοβάν              vol-au-vent        είδος φαγητού από ζύμη σφολιάτας με την οποία σχηματίζεται ένα κοίλο μικρό περίβλημα που ψήνεται στο φούρνο και γεμίζεται με κρέας, λαχανικά, ψάρι, σάλτσα κτλ

Booking.com

βολονταρισμός                volontarisme     θεωρία που εξαίρει το ρόλο της επιλογής, της επιδίωξης στην κοινωνική δράση

βολταϊκός           voltaϊque             αυτός που αναφέρεται ή παράγει ηλεκτρικό ρεύμα από χημική δράση

βολτάμετρο       voltametre         όργανο το οποίο, από τη μέτρηση της μάζας υλικού που ελευθερώνεται κατά την ηλεκτρόλυση, επιτρέπει τη μέτρηση της ποσότητας ηλεκτρισμού που διέρχεται από αγωγό

βοναπαρτισμός                bonapartisme    το σύστημα διακυβερνήσεως της δυναστείας Βοναπάρτη | (σε πολίτευμα κοινοβουλευτικό) η τάση για συγκέντρωση όλων των εξουσιών σε ένα πρόσωπο

βόρακας              borax    κρυσταλλικό στερεό, ευδιάλυτο στο ζεστό νερό, ένυδρο άλας του βορίου με νάτριο, που χρησιμοποιείται ως συντηρητικό, μέσο λεύκανσης και καθαρισμού κτλ

βορικό  borique                ένωση βορίου που χρησιμοποιείται ως αντισηπτικό

βόριο    bore      αμέταλλο χημικό στοιχείο

βουάλ   voile      λέξη για λεπτό, ημιδιαφανές ύφασμα από βαμβάκι, μαλλί ή μετάξι

βουαλάζ              voilage  κουρτίνα από λεπτό, ημιδιαφανές ύφασμα

βουδισμός          bouddhisme      η θρησκευτική και φιλοσοφική διδασκαλία του Βούδα | η λατρεία του Βούδα

βουδιστής/τρια                bouddhiste         οπαδός του βουδισμού

βουλεβάρτο      boulevard           πλατιά, δενδροφυτευμένη λεωφόρος, κατάλληλη για περιπάτους | (θεατρ.) ελαφρά κωμωδία με έξυπνο διάλογο και χαρακτήρες, κυρίως, από τον κόσμο της αστικής τάξης

βουλκανιζατέρvulcanisateur     συσκευή για τη θείωση του ελαστικού

βουλκανισμός   vulcanisation      ειδική επεξεργασία του καουτσούκ για να αποκτήσει ελαστικότητα

βραχμανισμός  brahmanisme    ινδική θρησκεία που διαδέχθηκε τον βεδισμό

βρογχεκτασία   bronchectasie   παθολογική διεύρυνση, διάταση των βρόγχων

βρογχοσκόπιο   bronchoscope   όργανο για εξέταση του εσωτερικού της τραχείας και των βρόγχων

βρογχοτομία     bronchotomie   η χειρουργική διάνοιξη των βρόγχων

βρόμιοbrome  αμέταλλο χημικό στοιχείο της ομάδας των αλογόνων, με χαρακτηριστική δυσοσμία

βροντόσαυροςbrontosaure       γένος γιγαντιαίων ερπετών που έζησαν πριν από εκατομμύρια χρόνια

βρυόφυτα          bryophytes         συνομοταξία κρυπτόγαμων φυτών που περιλαμβάνει τα βρύα και τα ηπατικά

βωξίτης                bauxiteιζηματογενές πέτρωμα χρήσιμο στην παραγωγή αργιλίου

γαβριάς               Gavroche            έξυπνο και εύθυμο αλητάκι

γαζέλαgazelle  είδος αντιλόπης

γαζί        gaze       λεπτότατη, πυκνή ραφή, που γίνεται συνήθως με μηχανή

γαλβανίζω          galvaniser            ηλεκτρίζω με τη γαλβανική στήλη | χρησιμοποιώντας ηλεκτρική επίδραση επενδύω μεταλλικό αντικείμενο με λεπτότατο στρώμα άλλου μετάλλου

γαλβανικός        galvanique          σχετικός με το γαλβανισμό

γαλβανόμετροgalvanometre    όργανο υψηλής ευαισθησίας για την ανίχνευση και μέτρηση ηλεκτρικών ρευμάτων ασθενούς εντάσεως

γαλβανοπλαστική           galvanoplastie   ηλεκτρολυτική μέθοδος επιμετάλλωσης

γαλβανοσκόπιο               galvanoscope    όργανο με το οποίο εξακριβώνεται η παρουσία ή διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος

γαλβανοτυπία  galvanotypie      μέθοδος γαλβανοπλαστικής που χρησιμοποιείται στην τυπογραφία για την παραγωγή πλακών (κλισέ) στις οποίες χαράσσονται τα γράμματα, σχήματα κτλ., που πρόκειται να εκτυπωθούν

γαλλισμός           gallicisme             μίμηση των γαλλικών τρόπων | ιδιωτισμός της γαλλικής γλώσσας

γάντι     gant       δερμάτινο ή μάλλινο κάλυμμα των άκρων των χεριών, χειρόκτιο

γαργαντούας    gargantua            μεγάλος φαγάς

γαρδένια            gardénia              είδος καλλωπιστικού φυτού, με λευκά, εξαιρετικά εύοσμα άνθη

γαρνίρω              garnir    διακοσμώ, στολίζω | (για φαγητά) ποικίλλω με κάτι πρόσθετο

γαρνιτούρα       garniture             ό,τι προστίθεται για διακόσμηση της φορεσιάς ή ως ποίκιλμα φαγητού

γασμούλος         gas + mulus        ο γεννημένος από Φράγκο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα

γεβεντίζω            gibet      προκαλώ τη διαπόμπευση κάποιου, ρεζιλεύω κάποιον

γεβεντίζω            gibet      προκαλώ τη διαπόμπευση κάποιου, ρεζιλεύω κάποιον

γεωδυναμικός  géodynamique                 ο αναφερόμενος στις δυνάμεις που διαμόρφωσαν τη γη

γίγα       gigue     παραδοσιακός αγγλικός ή ιρλανδέζικος χορός με γρήγορες κινήσεις και πηδήματα, που χορεύεται από ένα μόνο χορευτή

γιούπι   youpi     επιφώνημα ενθουσιασμού που συνοδεύεται, συν., με τις ανάλογες χειρονομίες

γκάζι     gaz         το φωταέριο | το πετρέλαιο

γκαζιέρα             gazi        θερμαντική ή μαγειρική συσκευή που λειτουργεί με φωταέριο ή πετρέλαιο

γκαζοζέν              gazogéne            συσκευή παραγωγής καυσίμων αερίων | μικρά αυτοκίνητα που κινούνταν, στην κατοχή, με τέτοιες συσκευές αντί για βενζίνη ή πετρέλαιο

γκαζόν  gazon    χλόη για διακόσμηση κήπου | χλοοτάπητας γηπέδου αθλοπαιδιών

γκαλά   gala        εορταστική εκδήλωση, συν. με χαρακτήρα επίσημο

γκαλερί                galerie  αίθουσα όπου εκτίθενται έργα τέχνης | συλλογή έργων τέχνης ενός μουσείου

γκαλόπgalop     ο καλπασμός

γκάμα   gammeμουσική κλίμακα | η χρωματική κλίμακα | (μτφ. για καλλιτέχνες) η ικανότητα αποδόσεως πλήθους συναισθηματικών αποχρώσεων | ευρύ φάσμα

γκανιάν               gagnant                ο κερδισμένος

γκανιότα             γκανιότα             το ποσοστό που καταβάλλεται υπέρ του χαρτοπαικτικού κέντρου, από το κερδισμένο ποσό

γκαράζgarage  στεγασμένος χώρος για τη στάθμευση αυτοκινήτων | εργαστήριο για την επισκευή και συντήρηση αυτοκινήτων, συνεργείο

γκαραντί             garanti  εγγύηση | εγγυημένος

γκαρσόν(ι)         garcon  σερβιτόρος

γκαρσονιέρα     garconniere        κατοικία εργένη, ιδ. ως τόπος συναντήσεώς του με γυναίκες | διαμέρισμα ενός δωματίου

γκάφα  gaffe     απερίσκεπτη και επιζήμια ενέργεια

γκι          gui          παρασιτικό φυτό, αειθαλές· φύεται στο έλατο, τις μηλιές, λεύκες, ιτιές κτλ. Χρησιμοποιείται για τη διακόσμηση των σπιτιών κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς

γκιλοτίνα            guillotine             η λαιμητόμος

γκίνια   guigne  κακοτυχία στο παιχνίδι | αναποδιά

γκιπούρ               guipure                είδος δαντέλας χωρίς φόντο της οποίας τα κομμάτια χωρίζονται μεταξύ τους με μεγάλα κενά | οτιδήποτε (σχέδιο, ύφασμα κτλ.) θυμίζει τη δαντέλα αυτή

γκισέ     guichetθυρίδα απ’ όπου γίνονται οι συναλλαγές σε διάφορα γραφεία, πωλήσεις εισιτηρίων κτλ

γκομπλέν            Gobelin                είδος κεντήματος που χρησιμοποιείται για διακοσμητική επένδυση τοίχων ή επίπλων

γκουάςgouache               παρασκεύασμα από χρωστικές ουσίες που είναι διαλυμένες σε κόλλα και μέλι

γκουβερνάντα  gouvernante      νηπιαγωγός ιδιωτική

γκουλάγκ            goulag   στρατόπεδο εργασίας στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. όπου εξορίζονταν οι πολιτικοί κρατούμενοι

γκοφρέ                gaufre   ανάγλυφος

γκοφρέτα           gaufrette             είδος γλυκίσματος

γκραβούρα        gravure                χαρακτική σε σκληρή ύλη (μέταλλο, ξύλο, πέτρα) για παραγωγή αντιτύπων | αντίτυπο χαρακτικού έργου

γκραν πάπας     grand+πάπας    (ειρωνικά) αυτός που λόγω της κοινωνικής του θέσης ή του αξιώματός του έχει μεγάλη εξουσία

γκραν πρι            grand prix            μέγα βραβείο

γκρανγκινιόλ     grand-guignol    είδος θεατρικών ή κινηματογραφικών έργων φρίκης και τρόμου, είτε στη θεματογραφία (Δράκουλας, ιστορίες με φαντάσματα κτλ.), είτε στην παρουσίαση (νεκροταφεία, στοιχειωμένοι πύργοι κτλ.) | μακάβριος, φρικιαστικός

γκρενάgrenat   το χρώμα του ροδιού

γκρι       gris         το σταχτί χρώμα

γκρο πλαν           gros plan              κινηματογραφικός όρος με τον οποίο δηλώνεται η λήψη με το φακό και παρουσίαση σ’ ολόκληρη την οθόνη μιας λεπτομέρειας αντικειμένου ή μόνου του προσώπου ή και λεπτομέρειας του προσώπου

γκρουπgroupeμικρή ομάδα ανθρώπων

γκρουπούσκουλο            groupuscule       μικρή ομάδα

γλασάρω             glacer    επαλείφω γλύκισμα με παχύρρευστο διάλυμα ποτού σοκολάτας, κρέμας κτλ., αρωματισμένο, που, όταν κρυώσει, στερεοποιείται

γλυ(τ)σίνα          glycine  κοινή ονομασία του γένους βιστερία· πρόκειται για γένος δικότυλων, αγγειόσπερμων φυτών

γλυκερίνη           glycérine              τρισθενής αλκοόλη σε στερεή ή υγρή μορφή που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στην παραγωγή καλλυντικών, βερνικιών, φαρμάκων, εκρηκτικών υλών κτλ

γλυκίδιο              glycide  υδατάνθρακας (ο όρος στη γαλλ. βιβλιογραφία και, περιορισμένα, στην ελλην.)

γλυκογόνο          glycogéne           υδρογονάνθρακας που αποταμιεύεται στους ζωικούς οργανισμούς | (βιοχημ.) πολυσακχαρίτης που, με υδρόλυση, δίνει γλυκόζη και περιέχεται στους ζωικούς ιστούς και ιδ. στο συκώτι

γλυκόζη               glucoseουσία που περιέχεται στο χυμό των ώριμων καρπών και ιδίως των σταφυλιών, σταφυλοσάκχαρο

γραβιέρα            gruyere                είδος τυριού

γραμμόφωνο    grammophone  συσκευή αναπαραγωγής ήχων

γρανάζι                engrenage          οδοντωτός τροχός και ιδίως οι προεξοχές και οι εγκοπές του

γραφειοκρατία                bureaucratie      η διεκπεραίωση διοικητικής υπηρεσίας με υπερβολική προσήλωση στους τύπους και με αδιαφορία για την ουσία

γραφίτης             graphite               φυσικός ή τεχνητός κρυσταλλοποιημένος άνθρακας, σχεδόν καθαρός και εύθρυπτος

γραφομηχανή   machine a écrire               συσκευή με πλήκτρα συνδεδεμένα με τύπους γραμμάτων, τόνων κτλ. που αποτυπώνονται στο χαρτί, με την πίεση την πλήκτρων

γρεναδιέρος      grenadier            στρατιώτης ειδικός στη ρίψη χειροβομβίδων

γρίλια   grille      μικρό κιγκλίδωμα | στα γαλλικά παράθυρα, τα επικλινή σανιδάκια που αποτελούν το περιβαλλόμενο από την κορνίζα μέρος του παραθυρόφυλλου

γρίπη    grippe   λοιμώδης ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος

γρόσα   grosse   ποσότητα δώδεκα δωδεκάδων εμπορεύματος

γυρόμετρο         gyrometre          συσκευή που δείχνει τις αλλαγές διευθύνσεως ενός αεροσκάφους

δακτυλογράφος              dactylographe   αυτός που γράφει στη γραφομηχανή

δαντέλα              dentelle               διάφανο πλέγμα από λεπτές κλωστές, χρησιμοποιούμενο για τη διακόσμηση υφασμάτων, νταντέλα

δεγράςdégras  είδος λιπαντικού που χρησιμοποιείται για να εμποδίζει την ξήρανση των δερμάτων

δελφίνος             dauphin               ο διάδοχος του γαλλικού θρόνου (κατά την εποχή της βασιλείας) | (γεν.) κάθε επίδοξος διάδοχος

διακειμενικότητα            intertextualité   αντίληψη της σύγχρονης κριτικής της λογοτεχνίας κατά την οποία ορίζονται οι σχέσεις που υφίστανται ανάμεσα στα κείμενα, η ανάλυση και προσέγγιση ενός λογοτεχνικού κειμένου ως ανακατανομή συστατικών από προγενέστερα κείμενα

διασκόπιο           diascope              όργανο για την προβολή διαφανειών (σλάιντς)

διαχρονία           diachronie           η εξέλιξη των γλωσσών μέσα στο χρόνο

διεθνής                international      που ανήκει ή αναφέρεται σε όλα τα έθνη, παγκόσμιος

διευθυντήριο    directoire            γραφείο διευθύνσεως μιας υπηρεσίας | (ειδ.) εξουσία από λίγα πρόσωπα

διοξείδιο             bioxyde                ένωση στοιχείου με δύο άτομα οξυγόνου

διφθερίτιδα       diphtérite            παιδική λοιμώδης αρρώστια

δοκιμαστής        dégustateur       υτός που δοκιμάζει από φαγητό ή ποτό για να ελέγξει την ποιότητά του

δολομίτης           dolomite              είδος πετρώματος

δρόγη   drogueουσία φυσική, χημική ή ορυκτή χρησιμοποιούμενη για την παρασκευή φαρμάκων

δυναμό                dynamo               μηχανή παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, ηλεκτρογεννήτρια

δυναμοηλεκτρικός         dynamo-électrique         του δυναμικού ηλεκτρισμού

δυναμοκρατία  dynamisme        θεωρία κατά την οποία σ’ όλα τα φαινόμενα (ύλη, κίνηση κτλ.) ενυπάρχουν και ενεργούν δυνάμεις

δυναμόμετρο    dynamométre   όργανο κατάλληλο για τη μέτρηση της εντάσεως μιας δυνάμεως

εβαζέ    évasé    για γυναικείο ένδυμα, για στενή φούστα που από τη μέση και κάτω προοδευτικά φαρδαίνει

εβαπορέ              évaporé               λέξη προσδιορίζει το γάλα που, με αφαίρεση του νερού που περιέχει, συμπυκνώνεται υπό συνθήκες υψηλής πιέσεως και θερμοκρασίας

εβονίτης              ébonite                πλαστική ύλη που παρασκευάζεται με κατεργασία του καουτσούκ με θείο και χρησιμοποιείται στην κατασκευή μονωτικών υλικών για ηλεκτρικές συσκευές

εγκρέτα               aigrette                λοφίο από φτερά ερωδιού | διάδημα με πολύτιμους λίθους

εγκυκλοπαίδεια               encyclopédie     έργο που περιέχει (ιδ. σε αλφαβητική σειρά) συνοπτική έκθεση του συνόλου των ανθρώπινων γνώσεων (ή και των γνώσεων που ανάγονται σε ορισμένη επιστήμη)

εγκυκλοπαιδιστές           encyclopédisteοι συντάκτες της Μεγάλης Γαλλικής Εγκυκλοπαίδειας | οι φιλόσοφοι και λόγιοι που ασπάσθηκαν το επαναστατικό πνεύμα του ιη΄ αιώνα, ιδ. στη Γαλλία

εγωισμός             égoisme               η υπέρμετρη αγάπη για τον εαυτό μας που συνεπάγεται αδιαφορία για τους άλλους | αξιοπρέπεια, φιλοτιμία, περηφάνια

εγωιστής/τρα    égoisteο χαρακτηριζόμενος από εγωισμό, ο αδιάφορος για τους άλλους και ενδιαφερόμενος μόνο για τον εαυτό του

εγωτισμός           égotisme             η τάση κάποιου να μιλά ή να γράφει για τον εαυτό του

εγωτιστής           égotiste               συγγραφέας που στα έργα του ασχολείται με την περιγραφή και ανάλυση της δικής του προσωπικότητας

εισοδισμός         entrisme              τακτική που συνίσταται στην εισχώρηση προπαγανδιστών σε ιδεολογικά συγγενείς προς αυτούς χώρους (συνδικάτα, πολιτικά κόμματα, πολιτικές οργανώσεις κτλ.)

εκάι       écaille   χρώμα που προκύπτει από την ανάμιξη του μαύρου και κόκκινου χρώματος

εκατόγραμμο    hectogramme   μονάδα βάρους ίση με εκατό γραμμάρια

εκλέρ    éclair     είδος γλυκίσματος από ζύμη γεμιστή με κρέμα ή σοκολάτα

εκράν   écran     η οθόνη

εκρού   écru       το χρώμα του ακατέργαστου μεταξιού, που δεν έχει λευκανθεί

εκτάριο                hectare                μονάδα επιφανείας ίση με 10 στρέμματα

ελίτ        élite       καθετί το εκλεκτό | ομάδα προσώπων που κρατούν, σε οποιαδήποτε κοινωνία, εξέχουσες θέσεις, οι εκλεκτοί μιας ομάδας ή κοινωνίας

ελιτισμός             élitisme                σύστημα που ευνοεί την ελίτ ομάδας ή κοινωνίας εις βάρος των άλλων μελών | κοινωνική συμπεριφορά της ελίτ

εμαγιέ  émailléεφυαλωμένος, σμαλτωμένος (για σκεύη)

εμιγκρέ                émigré  λέξη για τους Γάλλους που έφυγαν από τη Γαλλία κατά την επανάσταση | αυτός που εκπατρίζεται για πολιτικούς λόγους

εμουλσιόν          émulsion             φωτοευαίσθητη επιφάνεια των φωτογραφικών ή φωτοτεχνικών επιφανειών

εμπειρισμός       empirisme          εμπειρική ενέργεια, χωρίς επιστημονική γνώση | (φιλοσοφ.) θεωρία που δέχεται ως πηγή της γνώσης και κριτήριο της αλήθειας, την εμπειρία

εμποροκρατία  mercantilisme   οικονομική θεωρία κατά την οποία ο πλούτος μιας χώρας διατηρείται με την κατοχή πολύτιμων μετάλλων (χρυσού, αργύρου) και η οικονομική ισχύς της αυξάνεται με την προώθηση του εξωτερικού εμπορίου, μερκαντιλισμός

εμπρεσιονισμός               impressionnisme             αισθητική τάση, ιδ. στη ζωγραφική, που επιδιώκει την άμεση έκφραση των ψυχικών εντυπώσεων όπως υποβάλλονται από τις επιδράσεις του φωτός και του χρώματος, ιμπρεσιονισμός

εμπρεσιονιστής                impressionniste                ο οπαδός του εμπρεσιονισμού, ιμπρεσιονιστής

εμπριμέ               imprimé               ύφασμα με αποτυπωμένα σχέδια, σταμπάτο

ενδόροια            endoréisme       φαινόμενο κατά το οποίο τα ρέοντα νερά μιας περιοχής δεν φτάνουν στη θάλασσα, ενδοροϊσμός

ενδοροϊκός        endoréique        περιοχή της οποίας τα ρέοντα ύδατα δεν φτάνουν στη θάλασσα αλλά χάνονται στο εσωτερικό της γης

ενδοροϊσμός     endoréisme       φαινόμενο κατά το οποίο τα ρέοντα νερά μιας περιοχής δεν φτάνουν στη θάλασσα

ενδοφασία         endophasie        ο ενδιάθετος λόγος

ενζενί    ingénue               ρόλος απλοϊκής και αφελούς κόρης και η ηθοποιός που τον υποδύεται

ενσταντανέ        instantané          στιγμιαία φωτογράφηση, στιγμιότυπο

εντεροκινάση   entérokinase     ένζυμο που περιέχεται στο υγρό του δωδεκαδακτύλου, και ασκεί σημαντική επίδραση στην πέψη των πρωτεϊνών

εξαντρίκ              excentrique       εκκεντρικός

εξιτάρω               exciter  εξάπτω, διεγείρω, ερεθίζω

εξπέρ    expert  έμπειρος, επιδέξιος | ειδικός, γνώστης

εξπρεσιονισμός                expressionnisme             τεχνοτροπία, που αποκρούοντας τη ρεαλιστική, αντικειμενική εικόνα, αποβλέπει στην έκφραση του καθαρά υποκειμενικού, στην προβολή έντονων συγκινησιακών καταστάσεων

εξπρεσιονιστής/τρια     expressionniste                καλλιτέχνης οπαδός του εξπρεσιονισμού

εξτραφόρ           extrafort              ειδική, ανθεκτική κορδέλα που χρησιμοποιείται στη ραπτική για να ενισχύει εσωτερικά τα στριφώματα

εξτρεμισμός       extrémisme       πολιτικό δόγμα που υιοθετεί ιδέες των άκρων, που ευνοεί ακραίες λύσεις

εξτρεμιστής/τρια            extrémiste          οπαδός των ακραίων τάσεων

επιτονισμός       intonation           ο τρόπος με τον οποίο τονίζει κάποιος ή προφέρει τις λέξεις κατά την ομιλία, οι διακυμάνσεις του ύψους της φωνής κατά την ομιλία

εραλδικός           héraldique          αναφερόμενος στα οικόσημα| η συστηματική μελέτη των οικοσήμων και εμβλημάτων | η διερεύνηση της γενεαλογίας ιστορικών οίκων

εργοθεραπεία  ergothérapie     μέθοδος θεραπείας ορισμένων ψυχικών ή μυοκινητικών παθήσεων που συνίσταται στην εργασιακή απασχόληση των πασχόντων

ερμίνα  hermine               γένος μικρών σαρκοφάγων θηλαστικών | πολύτιμη γούνα από το δέρμα των ζώων αυτών, που εκτιμάται για τη λεπτότητα του τριχώματος και το καθαρό χρώμα

εσάνς    essence               αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και ζαχαροπλαστική

εσάρπα                écharpe               σάρπα, σάλι, γυναικείο πλεχτό για τους ώμους

εστέρες                ester     χημικές ενώσεις που σχηματίζονται με επίδραση οξέος σε αλκοόλη

εστέτ     esthéte                πρόσωπο που αγαπά και υπηρετεί το ωραίο ως θεμελιώδη αξία | ο προσποιούμενος τους τρόπους και το ύφος καλλιτέχνη

εστραγκόν          estragon              είδος φυτού του γένους αρτεμισία, του οποίου τα φύλλα χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα σε διάφορα φαγητά, σαλάτες και για τον αρωματισμό του ξιδιού και της μουστάρδας

εσωτερισμός     εσωτερισμός     διδασκαλία γνώσεων που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να είναι διαδεδομένες αλλά κοινοποιημένες μόνο σ’ ένα μικρό αριθμό οπαδών | ο αινιγματικός χαρακτήρας έργου

εταζέρα               étag       έπιπλο με ράφια, για την τοποθέτηση διαφόρων αντικειμένων

εταμίνα               étamine               λεπτό, αραιό ύφασμα για κεντήματα

ετατισμός           étatisme              κρατισμός, πολιτική θεωρία που πρεσβεύει την επέκταση του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του κράτους στην οικονομική και κοινωνική ζωή

ετικέταétiquette             μικρή επιγραφή πάνω σε φιάλες, σάκους, κουτιά κτλ., που δηλώνει το περιεχόμενο και την τιμή τους | εθιμοτυπία

ευγονική             eugénisme         προσπάθεια της επιστήμης να επιτύχει τον εξευγενισμό του ανθρώπινου γένους με βάση τους νόμους της βιολογίας και της κληρονομικότητας, ευγονισμός

ευρώπιο              europium            χημικό στοιχείο που ανήκει στην ομάδα των σπανίων γαιών

ευστατισμός      eustatisme         η μεταβολή της γενικής στάθμης των ωκεανών, που οφείλεται, κυρίως, σε κλιματικούς παράγοντες

εφέ        effet      εντύπωση, απήχηση | αισθητική εντύπωση που επιτυγχάνεται με διάφορα τεχνικά μέσα

εχινόκοκκος       échinocoque      ζωικό παράσιτο που ζει στα έντερα του σκύλου, και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο

Γαλλικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

 

No Comments

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *