Γαλλικές Λέξεις στα Ελληνικά

Γαλλικές Λέξεις που Χρησιμοποιούμε στη Ελλάδα

ΜΕΡΟΣ 1      ΜΕΡΟΣ 2     ΜΕΡΟΣ 3     ΜΕΡΟΣ 4     ΜΕΡΟΣ 5

μαγιό
μαγιό

μαγδαλένιο       magdalénien      προϊστορικός πολιτισμός της ανώτερης βαθμίδας της παλαιολιθικής εποχής (μαγδαλήνιο)

μαγιό    maillot  περιβολή ειδική για θαλασσινά λουτρά

μαγιονέζα           mayonnaise       σάλτσα από κρόκο αβγού και λάδι

μαγνητόφωνο   magnétophone                συσκευή μαγνητικής εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου

μαζορέτα            majorette           νεαρό κορίτσι που προπορεύεται από την μπάντα στις παρελάσεις, και στριφογυρίζει στα χέρια της μαγκέτα, ράβδο κτλ

μαζοχισμός         masochisme       διαστροφή της γενετήσιας ορμής, που εκδηλώνεται με την επιθυμία του πάσχοντος ατόμου να κακοποιηθεί πριν από τη συνουσία | η τάση του ατόμου να ζητά ικανοποίηση στην οδύνη

μαζοχιστής/τρια              masochiste         άτομο που πάσχει από μαζοχισμό

μακάβριος          macabre              ο νεκρικός, ο πολύ πένθιμος, που εμπνέει τη φρίκη του θανάτου

μακιγιάζ              maquillage          η ενέργεια ή τεχνική του εξωραϊσμού του προσώπου με καλλυντικά, ψιμυθίωση

μακιγιάρω          maquiller             φτιασιδώνομαι, ψιμυθιώνομαι

μακιγιέζ               maquilleur          η ειδικός στο μακιγιάρισμα

μακιγιέρ              maquilleur          ο ειδικός στο μακιγιάρισμα

μακροοικονομία              macroéconomie               τομέας της οικονομικής επιστήμης, που μελετά μόνο τα προβλήματα ομάδων, συνόλων ή ενοτήτων, και αγνοεί την ατομική οικονομική συμπεριφορά των υποκειμένων της οικονομίας

μαλαχίτης           malachite            ημιπολύτιμος λίθος με ζωηρό πράσινο χρώμα

μαμ(α)ζέλ           mademoiselle   δεσποινίδα

μαμούθ                mammouth        είδος γιγαντιαίου ζώου που έχει εκλείψει

μανδαρίνος       mandarin             ανώτερος κρατικός λειτουργός στην κινεζική αυτοκρατορία, σύμβολο της γραφειοκρατίας | κάθε αξιωματούχος σχολαστικά προσηλωμένος στους τύπους με απώτερο σκοπό την εξυπηρέτηση του ατομικού του συμφέροντος

μανεκέν               mannequin         κομψή γυναίκα ή άνδρας που επιδεικνύει φορέματα του νέου συρμού σε οίκο μόδας ή σε ειδικές συγκεντρώσεις

μανιερισμός      maniérisme        έλλειψη φυσικότητας | καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία, τον 16ο αι., και χαρακτηριζόταν από την τάση για εξεζητημένη μίμηση των μεγάλων αναγεννησιακών προτύπων

μανικιούρ           manicure             η περιποίηση των νυχιών των χεριών

μανόλια               magnolia              είδος καλλωπιστικού φυτού με μεγάλα μυρωδάτα άνθη

μανόμετρο         manometre        όργανο για τη μέτρηση της πιέσεως υγρών και αερίων

μανσέτα              manchette          η άκρη του μανικιού υποκαμίσου που κουμπώνει στον καρπό, μανικέτι

μανσόν                manchon             εξάρτημα της γυναικείας αμφίεσης, γούνινο κυλινδρικό περίβλημα, ανοιχτό στα δύο άκρα όπου μπαίνουν τα χέρια για να προστατεύονται από το κρύο

μαντάμ                madame              κυρία | οικοδέσποινα | ιδιοκτήτρια πορνείου, ματρόνα

μαντό   manteau              ελαφρό γυναικείο πανωφόρι

μαραμπού          marabout            εξωτικό θαλασσινό πουλί

μαργαρίνη         margarine           μείγμα από ζωικά και φυτικά λίπη, που χρησιμοποιείται αντί για βούτυρο

μαρέγκα              meringue            ασπράδι αβγού χτυπημένο με ζάχαρη, χρησιμοποιούμενο σε γλυκίσματα

μαριονέτα          marionnette      ολόσωμη θεατρική κούκλα που κινείται με νήματα

μαρκετερί           marqueterie      τεχνική της διακόσμησης επίπλων κατά την οποία λεπτά κομμάτια άλλου ξύλου, μετάλλου, ελεφαντοστού κτλ. δουλεύονται σε διάφορα σχήματα και επικολλούνται στην επίπεδη επιφάνεια των επίπλων | αντικείμενο ή έργο τέχνης δουλεμένο με την τεχνική αυτή

μαρκίζα               marquise             προεξοχή στέγης, γείσο | προεξοχή σε εξωτερικό τοίχο οικοδομήματος, πάνω από εισόδους ή παράθυρα για προφύλαξη από τη βροχή και τον ήλιο

μαρμελάδα        marmelade         πολτός από φρούτα βρασμένα με ζάχαρη

μαρμίτα               marmite               είδος μετάλλινης χύτρας | περίσσευμα φαγητού σε συσσίτιο

μαρξισμός          marxisme            η κοινωνική και οικονομική θεωρία που διατύπωσε ο Καρλ Μαρξ και που αποτέλεσε τη βάση της πολιτικής των σοσιαλιστικών κομμάτων

μαρξιστής/τρια                marxiste              οπαδός του μαρξισμού

μαροκέν              μαροκέν              είδος υφάσματος ή χαρτιού που μοιάζει με δέρμα μαροκινό

μαρς      marcheπαράγγελμα για έναρξη βαδίσματος ή εκτέλεση διαφόρων κινήσεων | μουσικό εμβατήριο

μαρσάρω            marcher               ατώ απότομα και δυνατά το γκάζι του αυτοκινήτου

μαρσπιέ               marchepied        μακρύ σκαλοπάτι στα πλαϊνά των περισσότερων παλαιών αυτοκινήτων για διευκόλυνση της εισόδου και εξόδου των επιβατών

μασάζ   massage              μάλαξη μερών του σώματος για θεραπευτικό σκοπό

μασέζ    masseuse            η ειδικός στο μασάζ, χειρομαλάκτρια

μασέρ   masseur               ο ειδικός στο μασάζ, χειρομαλάκτης

μασίφ   massif   (για ασημένια ή χρυσά σκεύη) ο αποτελούμενος εξ ολοκλήρου από χρυσό ή ασήμι, που δεν είναι κούφιος, επιχρυσωμένος ή επάργυρος | (για ασημένια ή χρυσά σκεύη) ο αποτελούμενος εξ ολοκλήρου από χρυσό ή ασήμι, που δεν είναι κούφιος, επιχρυσωμένος ή επάργυρος (για αρχιτεκτονικό ή καλλιτεχνικό στιλ)

μασκέ   masqué                μασκαρεμένος, μεταμφιεσμένος

μασκότmascotte             πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο που θεωρείται ότι φέρνει τύχη

ματ        mat        θαμπός, σκακιστικός όρος που δηλώνει ήττα του αντιπάλου

ματιέρα               matiere                το υλικό από το οποίο αποτελείται ένα έργο τέχνης, η ύλη που κατεργάζεται ο καλλιτέχνης για να δημιουργήσει ένα έργο τέχνης

ματμαζέλ            mademoiselle   η δεσποινίδα

μεγαβάτ              mégawatt           μονάδα μετρήσεως της ισχύος ρεύματος ισοδύναμη με ένα εκατομμύριο βατ

μεζονέτα             maisonnette      κατοικία με δύο ορόφους που επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική σκάλα

μεθάνιο               méthane             αέριο άχρωμο και εύφλεκτο με ιδιάζουσα οσμή, οργανική ένωση άνθρακα με υδρογόνο

μεθυλένιο           méthyléne          δισθενής ρίζα από ένα άτομο άνθρακα και δύο άτομα υδρογόνου

μελαμίνη             mélamine            οργανική ουσία που χρησιμοποιείται στην κατασκευή ρητινών | συνθετική ρητίνη

μελόν    (chapeau) melon             είδος ανδρικού στρογγυλού καπέλου

μενού   menu    η σειρά των φαγητών που σερβίρονται σ’ ένα γεύμα και ο σχετικός κατάλογος | κατάλογος στην οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή, που περιέχει τις προσφερόμενες για τον χρήστη δυνατότητες και επιλογές

μενταγιόν           médaillon            γυναικείο κόσμημα που κρεμιέται με αλυσίδα στο λαιμό

μερκαντιλισμός                mercantilisme   θεωρία που δέχεται ως κύρια πηγή της οικονομικής ισχύος την ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου, η εμποροκρατία

μερσεριζέ           mercerisé            βαμβακερό ύφασμα ή νήμα που υποβλήθηκε σε κατεργασία μερσερισμού

μερσερισμός     mercerisage       διαβροχή βαμβακερών υφασμάτων ή νημάτων σε διάλυμα καυστικού νατρίου για να αποκτήσουν λάμψη

μερσί    merci     ευχαριστώ

μεσόσφαιρα      mésosphere      περιοχή της ατμόσφαιρας ανάμεσα στη στρατόσφαιρα και θερμόσφαιρα

μεταμοντέρνος                post-moderne  ο μετά το θεωρούμενο «μοντέρνο» στην αρχιτεκτονική, λογοτεχνία, και γεν. στις πλαστικές τέχνες· ειδ. ο αναφερόμενος σε μια κίνηση αντίδρασης στον μοντερνισμό και χαρακτηριζόμενος από ενσυνείδητη αναζήτηση και χρήση προγενέστερων απ’ αυτόν τεχνοτροπιών, ρυθμών και τύπων

μετρ      maître   αυτός που διευθύνει έργο ή υπηρεσία, ο επικεφαλής | δάσκαλος | που κατέχει σε μεγάλο βαθμό τέχνη ή γνώσεις

μετρέσα              maîtresse            γυναίκα που συντηρείται από τον εραστή της

μετρό    métro(politain)υπόγειος ηλεκτρικός σιδηρόδρομος

μεφιτικός            méphitique        που αναδίδει δυσάρεστη οσμή

μεφιτισμός         méphitisme        δυσάρεστη οσμή από αναθυμιάσεις αερίων βλαβερών για τον ανθρώπινο οργανισμό

μηδενισμός        nihilisme              νιχιλισμός, η αναγωγή στο μηδέν | η άρνηση κάθε παραδεγμένης αξίας, θεωρητικής ή πρακτικής στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης | κίνημα που αναπτύχθηκε στην τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα για τη θεμελιακή ανατροπή της κοινωνικής δομής με τη χρήση τρομοκρατικών μεθόδων

μηδενιστής/τρια              nihiliste                οπαδός του μηδενισμού

μηχανογράφοςmécanographeυπάλληλος ειδικευμένος στην καταγραφή πληροφοριών σε ειδικές καρτέλες με τη βοήθεια διατρητικών μηχανών

μί(τ)ζα  mise      το αρχικό ποσό που καταθέτει κάθε παίκτης τυχερού παιχνιδιού | μερίδιο από ύποπτη επιχείρηση ή εκδούλευση

μιζανπλί               mise en plis        είδος γυναικείου χτενίσματος

μικροαμπέρ       micro-ampere   μονάδα εντάσεως του ηλεκτρικού ρεύματος ίση με ένα εκατομμυριοστό του αμπέρ

μικρόβιο              microbe               μονοκύτταρος κατώτατος ζωικός ή φυτικός οργανισμός, συνήθως παθογόνος, ορατός μόνο με το μικροσκόπιο

μικροβιολογία  microbiologie     η επιστήμη που ασχολείται με την έρευνα και μελέτη των μικροβίων

μικροβόλτ           microvolt             μονάδα ηλεκτρεγερτικής ισχύος ίση με ένα εκατομμυριοστό του βολτ

μικρογραμμάριο             microgramme    το ένα εκατομμυριοστό του γραμμαρίου

μικροδομή          microstructure  δομή ενός στοιχείου που είναι δυνατόν να παρατηρηθεί μόνο στο μικροσκόπιο

μικροοικονομία               microéconomie                κλάδος της οικονομικής επιστήμης που μελετά τα ατομικά οικονομικά φαινόμενα

μικροσκοπικός  microscopique  σχετικός με το μικροσκόπιο | ο ορατός μόνο με μικροσκόπιο | ο πολύ μικρός, ελάχιστος

μικροσκόπιο      microscope         οπτικό όργανο αποτελούμενο από πολλούς φακούς, για την εξέταση αντικειμένων που δεν είναι ορατά με γυμνό οφθαλμό

μικροφωτογραφία         microphotographie         φωτογραφία πολύ μικρών διαστάσεων | φωτογραφία αντικειμένου που είναι ορατό με μικροσκόπιο

μιλιμετρέ            millimétré           βιομηχανοποιημένο χαρτί που φέρει διαγραμμίσεις ανά χιλιοστόμετρο

μιλιταρισμός     militarisme          η διακυβέρνηση μιας χώρας (είτε φανερά, είτε παρασκηνιακά) από στρατιωτικούς | η επικράτηση του στρατιωτικού πνεύματος στην πολιτική ζωή μιας χώρας, στρατοκρατία

μιλιταριστής/τρια           militariste            οπαδός του μιλιταρισμού

μιλφέιγ                mille-feuille        είδος γλυκίσματος από λεπτά φύλλα ζύμης με κρέμα ανάμεσά τους

μινιμαλισμός     minimalisme      τεχνοτροπία ή τεχνική στη μουσική και το σχέδιο που χαρακτηρίζεται από τη χρήση λίγων και απλών στοιχείων| περιορισμός των κυβερνητικών λειτουργιών και παρεμβάσεων στο ελάχιστο | συμπεριφορά, τακτική κτλ. που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη του ελάχιστου

μινιόν   mignonμικρός, λεπτοκαμωμένος | ευαίσθητος

μιξάζ     mixageη τεχνική του συνδυασμού των ηχητικών στοιχείων που συνθέτουν ένα μουσικό έργο, μίξη

μιραμπό                              είδος ημίσκληρου ανδρικού καπέλου της παλιάς εποχής

μοβ        mauve  ιώδης, μενεξεδής

μοδίστρα            modiste               ράφτρα γυναικείων ρούχων

μοκέταmoquette           είδος χαλιού, συν. με κομμένο πέλος ή με κόμπους, που τοποθετείται μόνιμα στο δάπεδο και συν. καλύπτει όλη τη επιφάνειά του

μολυβδένιο        molybdéne         λευκό, σκληρό και εύθραυστο μέταλλο

μονόκλmonocle              στρογγυλός φακός που προσαρμόζεται στο ένα μάτι, ο μονύελος

μονοπλάνο         monoplan           είδος αεροπλάνου παλιού τύπου

μοντάζ  montage              το μοντάρισμα, η επιλογή και σύνδεση των εικόνων που γυρίστηκαν κατά τη λήψη | σύνθεση από διάφορες φωτογραφίες, ανεξάρτητες ή σχετικές μεταξύ τους | συνένωση τμημάτων από διάφορες φωτογραφίες που αποσκοπεί στη δημιουργία μιας νέας φωτογραφίας που να φαίνεται αυθεντική

μοντελισμός      modélisme         η κατασκευή πρότυπων μοντέλων για επαγγελματικούς σκοπούς

μοντελίστ            modéliste            πρόσωπο που σχεδιάζει ενδύματα μόδας

μορμονισμός     mormonisme     μια από τις αιρέσεις του προτεσταντισμού

μορμόνος            mormon              οπαδός του μορμονισμού

μορφίνη              morphine            το κυριότερο αλκαλοειδές του οπίου, ναρκωτικό και υπνωτικό

μορφολογία      morphologie      μελέτη της εξωτερικής μορφής των όντων | (γεωλ.) κλάδος της γεωγραφίας που μελετά τη διάπλαση του εδάφους | (γραμμ.) μέρος της γραμματικής που εξετάζει τις μεταβολές των λέξεων

μοτέρ    moteurο κινητήρας

μοτοκρός            motocross           τύπος αγώνα ταχύτητας με μοτοσικλέτες κατά τον οποίο εκτελούνται διαδρομές έξω από τους υπάρχοντες δρόμους, σε ανοιχτό έδαφος

μοτοσικλέτα      motocyclette     δίκυκλο βενζινοκίνητο όχημα

μοτοσικλετιστής/τρια   motocycliste      οδηγός μοτοσικλέτας

μουαρέ                moiré    είδος υφάσματος, συνήθ. μεταξωτού, με στιλπνή και κυματοειδή όψη | | (τυπογρ.) κακή εκτύπωση που έχει ως αποτέλεσμα την οπτικά λεκιασμένη κατά τόπους εικόνα

μουλινέ(ς)          moulinée             είδος κλωστής για κέντημα

μους      mousse                καλλυντικό προϊόν της κομμωτικής σε μορφή αφρού που χρησιμοποιείται για το φορμάρισμα των μαλλιών | έδεσμα ή επιδόρπιο από ένα κύριο συστατικό που αναμιγνύεται με κρέμα ή ασπράδια αβγών και χτυπιέται ώστε να πάρει τη μορφή πυκνού αφρού

μουσελίνα          mousseline         είδος λεπτού και αραιού υφάσματος από μαλλί, μπαμπάκι ή μετάξι

μούσι    mouche               μικρό γένι στο σαγόνι, υπογένειο

μουσώνας           mousson             ισχυροί άνεμοι που δημιουργούνται κατά το χειμώνα και το καλοκαίρι στους ωκεανούς κοντά στις μεγάλες ηπείρους

μουφλόν             mouflon               είδος άγριων προβάτων | είδος υφάσματος

μπαγιαντέρα     bayadere             Ινδή χορεύτρια

μπαγκέτα            baguette             μικρό ραβδί στο χέρι αρχιμουσικού που διευθύνει την ορχήστρα | μακριά και λεπτή φραντζόλα ψωμί

μπαζάρ                bazar     έκθεση διαφόρων προϊόντων προς πώληση που γίνεται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε χώρους μουσείων, κολεγίων, συλλόγων κτλ

μπακαράς           baccarat               είδος τυχερού παιχνιδιού

μπαλ μασκέ       bal masqué         χορός μεταμφιεσμένων

μπαλαντέζα       baladeuse           καλώδιο μεγάλου μήκους για τη σύνδεση συσκευών και μηχανών με την ηλεκτρική πηγή

μπαλαντέρ         baladeur              (στη χαρτοπαιξία) χαρτί της τράπουλας που μπορεί να αντικαταστήσει οποιοδήποτε άλλο χαρτί

μπαλαρμάς        balle ramée        είδος βλήματος που χρησιμοποιούνταν παλιότερα και αποτελούνταν από δύο σφαίρες που συνδέονταν μεταξύ τους με σύρμα

μπαλόνι               ballon    ελαστική σφαίρα που γεμίζεται με αέρα, φούσκα | αερόστατο

μπαμπάς             baba      είδος γλυκίσματος με σιρόπι και σαντιγί

μπαράζ                barrage                υπερένταση των δυνάμεων, υπερπροσπάθεια πριν από το τελικό στόχο | καταιγισμός | αθλητικός αγώνας κατά τον οποίο η ομάδα που θα χάσει αποκλείεται από το έπαθλο ή δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής στους επόμενους αγώνες της ίδιας διοργάνωσης

μπαρόκ                baroque               καλλιτεχνικός ρυθμός, ιδ. στην αρχιτεκτονική, του 16ου ως 18ου αι., που χαρακτηρίζεται από τις ελικοειδείς γραμμές και την πληθωρική διακόσμηση

μπας κλας           basse classe       κατώτερος σε αξία, ικανότητα, ποιότητα, παρακατιανός

μπατίκ  batik      τεχνική διακόσμησης υφασμάτων με κερί

μπατόν σαλέ     bâton salé           είδος αλμυρού μπισκότου

μπεζ       beige     χρώμα που μοιάζει με το φυσικό χρώμα του μαλλιού

μπεζές  baiser    γλύκισμα από ασπράδι αβγών με ζάχαρη

μπεκ      bec         εξάρτημα των κινητήρων εσωτερικής καύσεως που ρυθμίζει την παροχή του υγρού καυσίμου υπό μορφή λεπτότατων σταγονιδίων, εγχυτήρας

μπελ επόκ           belle époque     στη Γαλλία, η περίοδος των πρώτων χρόνων του εικοστού αιώνα (μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο) κατά την οποία η ζωή ήταν ευχάριστη και ανάλαφρη, περίοδος καλοζωίας

μπεμόλbémol   η ύφεση στην μουσική

μπεν μαρί           bain-marie          τρόπος θερμάνσεως ή μαγειρέματος κατά τον οποίο μέσα σε δοχείο με ζεστό νερό, που είναι κατευθείαν πάνω στη φωτιά, τοποθετείται άλλο δοχείο για να ζεσταθεί ή βράσει το περιεχόμενό του

μπενζίνα              benzine                καύσιμο μείγμα υδρογονανθράκων, προϊόν του πετρελαίου, βενζίνα

μπερέςbéret     είδος σκούφου χωρίς γείσο

μπέρταberthe  πανωφόρι χωρίς μανίκια

μπεσαμέλ           béchamel            είδος λευκής σάλτσας με βάση το γάλα που χρησιμοποιείται κυρίως σε φαγητά φούρνου

μπετό(ν)              béton    δομικό υλικό από τσιμέντο, αμμοχάλικο και νερό, σκυρόδεμα

μπετόνι                bidon    φορητό δοχείο, μεταλλικό ή πλαστικό, για υγρά

μπετονιέρα        bétonniere         μηχάνημα για την παρασκευή σκυροδέματος

μπιέλα  bielle     μεταλλικό εξάρτημα των μηχανών εσωτερικής καύσης που συνδέει μεταξύ τους τα στοιχεία κατά τη μεταφορά ή μετατροπή μιας κίνησης, διωστήρας

μπιενάλε             biennale              καλλιτεχνική εκδήλωση, σχετική με τον κινηματογράφο και τις καλές τέχνες, που γίνεται, στον ίδιο τόπο, κάθε δύο χρόνια

μπιζού  bijou      κόσμημα

μπικουτί              bigoudiτα μπικουτί, μικροί, πλαστικοί ή μεταλλικοί κύλινδροι στους οποίους τυλίγονται τούφες από τα μαλλιά για να κατσαρώσουν

μπιμπελό             bibelot  μικρό διακοσμητικό αντικείμενο, που συνήθως τοποθετείται σε εταζέρα

μπιμπερό            biberon                το θήλαστρο

μπιμπλό               bibelot  μικρό διακοσμητικό αντικείμενο, που συνήθως τοποθετείται σε εταζέρα

μπιντέςbidet     χαμηλός νιπτήρας για τα απόκρυφα μέλη του σώματος

μπιτόνιbidon    φορητό δοχείο, μεταλλικό ή πλαστικό, για υγρά

μπιφτέκι              bifteck  ψητή ή τηγανητή φέτα βοδινού κρέατος | παρασκεύασμα από κιμά και καρυκεύματα που ψήνεται συνήθως στη σχάρα

μπλαζέblasé     αυτός που δεν βρίσκει ευχαρίστηση σε τίποτε, κουρασμένος και χορτάτος από τη ζωή

μπλε      bleu       γαλάζιος

μπλεμαρέν         bleu marine        θαλασσής

μπλοκ   bloc        δέσμη φύλλων χαρτιού σε σχήμα βιβλίου

μπλούζα              blouse  γυναικείο ρούχο που σκεπάζει το επάνω μέρος του σώματος | εξωτερικό ένδυμα εργασίας για το πάνω μέρος του σώματος

μπλουζόν            blouson                είδος κοντού και φαρδιού φορέματος που φτάνει ως τους γοφούς

μποά     boa        γυναικείο περιλαίμιο από γουναρικό ή φτερά

μποέμ   bohéme               ο αδιάφορος ή αδύναμος να φροντίσει για το αύριο| καλλιτέχνης ή λόγιος που ζει φτωχικά αλλά ξένοιαστα

μποϊκοτάζ           boycottage         εκούσια διακοπή κάθε οικονομικής σχέσης ή συναλλαγής με άτομο, επιχείρηση ή χώρα

μπολ      bol          κύπελλο ημισφαιρικό

μπολερό              boléro   γυναικείο ζακετάκι στενό, κοντό, ως τη μέση | είδος ισπανικού χορού

μπομπόνι            bonbon                ζαχαρωτό

μπον φιλέ           bon filet               εκλεκτό τμήμα βοδινού κρέατος από την περιοχή του σφαγίου γύρω από τα νεφρά

μποξέρboxeurπυγμάχος

μπορ     bord      η προεξέχουσα περιφέρεια του καπέλου

μπορντό              Bordeaux            είδος κρασιού από τους αμπελώνες του Μπορντό | σκούρο κόκκινο χρώμα | που έχει σκούρο κόκκινο χρώμα, βυσσινής

μπορντούρα      bordure               παρυφή υφάσματος ή φορέματος | κεντημένη λουρίδα | πρασιά, παρτέρι στην άκρη ή σε χώρισμα κήπου

μπότα   botte     ανδρικό ή γυναικείο παπούτσι που φτάνει ψηλά ως το γόνατο

μποτίνιbottineχαμηλή μπότα

μπουά  boa        γυναικείο περιλαίμιο από γουναρικό ή φτερά

μπουαζερί          boiserie                επικάλυψη τοίχου με ξύλο

μπουάτ                boîte     μικρό κέντρο διασκεδάσεως

μπουγιαμπέσαbouillabaisse      είδος φαγητού, σούπα από διάφορα αλιεύματα

μπουγιότα          bouillotte            η θερμοφόρα

μπουζί  bougie  αναφλεκτήρας των μηχανών εσωτερικής καύσης

μπουκέτο            bouquet              ανθοδέσμη

μπούκλα              boucle  κατσαρωμένη τούφα μαλλιών, βόστρυχος

μπουλβάρ           boulevard           ελαφρά κωμωδία με έξυπνο διάλογο, ερωτικές ίντριγκες και χαρακτήρες, κυρίως, από τον κόσμο της αστικής τάξης, βουλεβάρτο

μπουλόνι             boulon  μετάλλινο κυλινδρικό στέλεχος που συνδέει τα μέρη μηχανισμού ή κατασκευής, βλήτρον

μπουντουάρ      boudoir                δωμάτιο καλλωπισμού για τις κυρίες

μπουρζουαζία   bourgeoisie        η αστική τάξη

μπουρζουάς       bourgeois            ο αστός ως προς την κοινωνική τάξη | εύπορος

μπουρλέσκ(ο)   burlesque           λογοτεχνική ή θεατρική σύνθεση με χοντροκομμένους χαρακτήρες ηρώων που αποβλέπει στην πρόκληση γέλιου | εύθυμη μουσική σύνθεση

μπουτίκ                boutique             μικρό κατάστημα ειδών πολυτελείας

μπουτόν              boutonδιακόπτης, κουμπί

μπουφάν             bouffant              ίδος κοντού σακακιού που κλείνει με φερμουάρ, και είναι σφιχτό στη μέση

μπουφές              buffet   έπιπλο για τα σερβίτσια | τμήμα κέντρου αναψυχής όπου σερβίρονται ποτά ή εδέσματα | τραπέζι με ποτά και φαγητά για καλεσμένους

μπρα ντε φερ    bras de fer          παιχνίδι κατά το οποίο δύο παίκτες κάθονται αντικριστά, στηρίζουν το χέρι στο τραπέζι με τον αγκώνα, πιάνονται από τις παλάμες και ασκούν δύναμη ώστε να λυγίσουν τον πήχη του αντιπάλου

μπρασελέ           bracelet               κόσμημα με μορφή κρίκου που φοριέται γύρω από τον καρπό ή γύρω από τον αστράγαλο | μεταλλικό εξάρτημα στο οποίο στερεώνεται το ρολόι χεριού

μπρελόκ              breloque             κρίκος ή θήκη για τη μεταφορά κλειδιών

μπρετέλα            bretelle                η τιράντα

μπριγιάν(τι)       brillant  το μπριλάντι

μπριγιαντίνη     brillantine            αρωματισμένη αλοιφή για τα μαλλιά

μπριγιόλ              brillole  αρωματισμένο παραφινέλαιο για τα μαλλιά

μπριγκέτα           briquette             πλίνθος από σκόνη πετροκάρβουνου

μπριός  briocheείδος τσουρεκιού

μπροκάρ             brocartείδος πολυτελούς μεταξωτού υφάσματος με ανάγλυφα σχέδια που υφαίνονται με χρυσή ή ασημένια κλωστή

μπροντερί           broderie              κέντημα

μπροσούρα        brochure             έντυπο φυλλάδιο

μυδράλιο            mitraille                βλήμα πυροβόλου

μυελοβλάστη    myéloblaste       ασχημάτιστο κύτταρο του μυελού των οστών, πρόδρομος μυελοκυττάρων που, σε ορισμένες παθήσεις, ανιχνεύεται στο αίμα

μυελόγραμμα   myélogramme  το αποτέλεσμα της κυτταρολογικής εξέτασης του μυελού των οστών

μυελογραφία    myélographie    ακτινολογική εξέταση του νωτιαίου σωλήνα μετά από έγχυση αδιαφανούς στις ακτίνες Χ υγρού ή αερίου

μυοκλονία          myoclonie           αιφνίδια, ακούσια συστολή ομάδας μυών

μυοπάθεια         myopathie          γενικός όρος για τις φλεγμονώδεις ή εκφυλιστικές παθήσεις των μυών· ειδικότερα η μυϊκή δυστροφία

μυστικισμός       mysticisme         επιδίωξη, τήρηση μυστικότητας | η τάση προς το μυστηριώδες | φιλοσοφικό και θρησκευτικό δόγμα που δέχεται ότι η τελειότητα κατορθώνεται με συνεχή διαλογισμό, με την κατάδυση της ψυχής στη θεία της αρχή

νάγια    naja       δηλητηριώδες φίδι της Ασίας και της Αφρικής

ναΐφ      naif        λέξη για αυτοδίδακτο ζωγράφο που δημιουργεί τα έργα του έξω από τα επίσημα πολιτιστικά και καλλιτεχνικά πλαίσια | φυσικός, απλοϊκός, αυθόρμητος

ναπολεόνι          napoléon             παλιό χρυσό γαλλικό νόμισμα

νατουραλισμός                naturalisme        λογοτεχνική και καλλιτεχνική σχολή, που θεωρεί την πιστή μίμηση της φύσης ως βασική αρετή των έργων τέχνης

νατουραλιστής/τρια      naturaliste          οπαδός του νατουραλισμού

ναφθαλίνη         naphtaline          λευκή κρυσταλλική ουσία με ιδιάζουσα οσμή

νεγκλιζέ               négligéατημέλητος, απεριποίητος

νεκρά φύση       nature morte     ζωγραφική απεικόνιση άψυχων αντικειμένων (λουλουδιών, καρπών κτλ.

νεκρό σημείο    νεκρό σημείο    θέση του μοχλού ταχυτήτων ενός αυτοκινήτου κατά την οποία δεν μεταδίδεται από το κιβώτιο ταχυτήτων καμιά κίνηση στον κεντρικό άξονα | το ανώτατο ή το κατώτατο σημείο της διαδρομής του εμβόλου μηχανής στο οποίο μηδενίζεται η ταχύτητά του

νεοεμπρεσιονισμός        neoimpressionnisme     καλλιτεχνική κίνηση που προήλθε από το Γάλλο ζωγράφο Σερά (Georges Seurat, 1859-91) ως αντίδραση στον εμπειρικό ρεαλισμό του εμπρεσιονισμού, και βασίστηκε στον συστηματικό υπολογισμό και την επιστημονική θεωρία και γνώση για την επίτευξη των οπτικών αντιθέσεων

νέον      néon     χημικό στοιχείο της ομάδας των ευγενών αερίων που απαντά στην ατμόσφαιρα, παράγεται βιομηχανικά με κλασματική απόσταξη του υγροποιημένου αέρα και χρησιμοποιείται σε λαμπτήρες, σε φωτεινές επιγραφές κτλ

νεσεσέρ               nécessaire          φορητή θήκη για τη μεταφορά των αναγκαίων για τον καλλωπισμό ειδών

νετρόνιο              neutron               σωματίδιο του ατομικού πυρήνα, ηλεκτρικά ουδέτερο, ουδετερόνιο

νευρογλοία        nevroglie             βασική ουσία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού, που χρησιμεύει για στήριξη των νευρικών κυττάρων και ινών

νικοτίνη               nicotine                αλκαλοειδής ουσία, τοξική, που περιέχεται στα φύλλα του καπνού

νιόβιο   niobium               χημικό στοιχείο της κατηγορίας των μετάλλων

νομιναλισμός    nominalisme      θεωρία που δέχεται ότι οι καθολικές έννοιες είναι απλά λεκτικά σύμβολα χωρίς πραγματική υπόσταση | θεωρία που δέχεται ότι το χρήμα έχει την αξία η οποία συμβατικά του έχει δοθεί

νομιναλιστής/τρια          nominaliste        οπαδός του νομιναλισμού

νόμος πλαίσιο   loi-cadre              νόμος που ορίζει γενικές αρχές και εξουσιοδοτεί τη διοίκηση να προβεί σε ρυθμίσεις αρμοδιότητος του νόμου αυτού με προεδρικά διατάγματα

νορμάλ                normal  κανονικός, ομαλός, φυσιολογικός

νουβέλ βαγκ      nouvelle vagueνέα καλλιτεχνική τάση, ροπή· ειδικότερα, για τον κινηματογράφο, η λ. για τους Γάλλους σκηνοθέτες της δεκαετίας του 1950, οι οποίοι αντιδρώντες στις μέχρι τότε δομές του γαλλικού κινηματογράφου, γύρισαν τις δικές τους ταινίες υπερασπιζόμενοι «τον κινηματογράφο του δημιουργού»

νουγκάnougat  είδος γλυκίσματος από αμύγδαλα (καρύδια ή φουντούκια), ζάχαρη και ασπράδι αβγού

νουγκατίνα        nougatine           είδος πάστας

ντάλια  dahlia    είδος καλλωπιστικού φυτού και το άνθος του

ντανταϊσμός      dadaisme            λογοτεχνική και καλλιτεχνική σχολή που εμφανίστηκε στη Δυτική Ευρώπη κατά τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας με πρόγραμμα την αυθόρμητη έκφραση του ασυνειδήτου

νταντέλα             dentelle               διάφανο πλέγμα από λεπτές κλωστές, χρησιμοποιούμενο για τη διακόσμηση υφασμάτων

ντεγκραντέ        dégradé               προοδευτική εξασθένιση ή μεταβολή από σκούρο προς το αχνό ενός χρώματος, ή από το έντονο προς το απαλό φωτισμού

ντεϊσμός              déismeδόγμα του 17ου και 18ου αιώνα, κατά το οποίο υπάρχει ένας θεός που δημιούργησε τον κόσμο αλλά, σε αντίθεση με το θεϊσμό, δεν δέχεται ότι ο θεός επεμβαίνει στον κόσμο αυτό

ντεκαπάζ             décapage            στην κομμωτική, η διαδικασία αποχρωματισμού των μαλλιών προκειμένου να εφαρμοσθεί νέα βαφή

ντεκλαρέ             déclaréαπερίφραστα

ντεκοβίλ              decauville            είδος μικρής σιδηροδρομικής φορτηγάμαξας που κυκλοφορεί σε στενή σιδηροδρομική γραμμή

ντεκολτέ              décolleté             έξωμος | το γυμνό του στήθους σε γυναικείο ρούχο

ντεκόρ  décor    διακόσμηση χώρου

ντεκορατέρ        décorateur         διακοσμητής

ντεκουπάζ (ρισμα)          découpage         εργασία κατά την οποία τμήμα εικόνας αποχωρίζεται με γραφικά μέσα από τον περίγυρό της, το φόντο της, ξεγύρισμα

ντεκουπαριστός               découper            τμήμα εικόνας που έχει αποχωρισθεί, με γραφικά μέσα, από το φόντο της

ντεκουπάρω      découper            διαχωρίζω μια εικόνα ή τμήμα της από το φόντο

ντελαπάρω        déraper                γλιστρώ καθώς κινούμαι στο δρόμο (για όχημα)

ντεμακιγιάζ        démaquillage     αφαίρεση του μακιγιάζ από το πρόσωπο με ειδικά για το σκοπό αυτό καλλυντικά προϊόντα

ντεμαράζ            ντεμαράζ            ο δρομέας που κατορθώνει να προπορευθεί από τους συναθλητές του εντείνοντας τον ρυθμό του προς το τέλος της διεξαγωγής ενός αγώνα δρόμου

ντεμί σεζόν         demi saison        για ενδύματα από λεπτü ύφασμα για την άνοιξη και το φθινόπωρο

ντεμοντέ             démodé               όχι σύμφωνος με τη μόδα | απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος

ντεμπιτάντ         débutante          γυναίκα ηθοποιός που κάνει το ντεμπούτο της, εμφανίζεται για πρώτη φορά στη σκηνή θεάτρου ή στον κινηματογράφο | νεαρά που κάνει την πρώτη της κοινωνική εμφάνιση, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην υψηλή κοινωνία

ντεμπούτο          début    έναρξη, πρώτη εμφάνιση σ’ έναν τομέα δραστηριότητας | πρώτη εμφάνιση ηθοποιού στη σκηνή θεάτρου ή στον κινηματογράφο

ντεμπραγιάζ      débrayage          μέρος του μηχανισμού του αυτοκινήτου, για αλλαγή ταχυτήτων, συμπλέκτης

ντενιέ   denier   αρχικά, μονάδα βάρους για το μετάξι, ίση με 1.181 γραμμάρια | σήμερα, διεθνής μονάδα για τη λεπτότητα του νήματος

ντεπιέςdeux pieces        γυναικείο ένδυμα αποτελούμενο από φούστα και μπλούζα ή σακάκι από το ίδιο ύφασμα που φοριούνται ως σύνολο

ντεπό    dépôt    ποσότητα εναποθηκευμένη | αποθήκη

ντεσέν  dessin   λέξη για τα σχέδια υφάσματος

ντεσιμπέλ           décibelμονάδα μετρήσεως της εντάσεως των ήχων

ντεφετισμός      défaitisme          ηττοπάθεια

ντεφετιστής       défaitiste             ηττοπαθής

ντεφιλέ                défilé    παρουσίαση των ενδυμάτων της υψηλής ραπτικής, επίδειξη μόδας

ντεφορμέ            déformé              αυτός που δεν βρίσκεται σε φόρμα, σε καλή φυσική κατάσταση, αφορμάριστος

ντιζέζ     diseuse                τραγουδίστρια σε κέντρο διασκεδάσεως

ντιζέρ    diseur   τραγουδιστής σε κέντρο διασκεδάσεως

ντιρεκτίβα          directive              οδηγία, εντολή που εκδίδει πολιτική, θρησκευτική ή στρατιωτική αρχή

ντισκοτέκ            discotheque       κέντρο ψυχαγωγίας, όπου χορεύουν με συνοδεία μουσικής από δίσκους

ντιστεγκές          distingué             κομψευόμενος | κομψός, χαριτωμένος

ντοκιμαντέρ      documentaire   ταινία κινηματογραφική, μικρού ή μεσαίου μήκους, βασισμένη αποκλειστικά σε ντοκουμέντα, σε στοιχεία της πραγματικότητας, ντοκυμανταίρ

ντοκτορά            doctorat               πρωτότυπη πραγματεία μεταπτυχιακού επιστήμονα, η διδακτορική διατριβή

ντολμέν               dolmen                μεγαλιθικό μνημείο αποτελούμενο από επίπεδες λίθινες πλάκες που στηρίζονται σε ογκόλιθους κάθετους στο έδαφος, και σχηματίζουν νεκρικό θάλαμο που, πιθανόν, να καλύπτονταν από σωρό χώματος

ντοπέ    dopé     ντοπαρισμένος

ντοσιέ   dossierμεγάλος φάκελος για έγγραφα

ντουί     douille  υποδοχή ηλεκτρικών λαμπτήρων

ντουμπλ φας     double face        με δυο όψεις

ντουμπλάρω      doubler                καλύπτω το εσωτερικό ενδύματος με ύφασμα | αντικαθιστώ ηθοποιό σε κάποιο ρόλο ή αντικαθιστώ τη φωνή ηθοποιού

ντουμπλές          double  μέταλλο με λεπτότατο επίχρισμα από χρυσό ή άργυρο | το επαναλαμβανόμενο δύο φορές ή το αποτελούμενο από δύο πράγματα

ντουραλουμίνιο               duralumin           κράμα από αλουμίνιο, μαγγάνιο, μαγνήσιο και χαλκό το οποίο, μετά από κατάλληλη θερμική κατεργασία, αποκτά σκληρότητα και αντοχή και χρησιμοποιείται στη βιομηχανία κατασκευής αεροπλάνων, αυτοκινήτων, φωτογραφικών μηχανών κτλ.

ντους    doucheλουτρό με κρύο νερό | μπάνιο, πλύσιμο του σώματος με εξακόντιση νερού | ειδική υδραυλική εγκατάσταση στο χώρο του μπάνιου που εξακοντίζει νερό

ντραπέdrapé    για ένδυμα που είναι ραμμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε το ύφασμα να σχηματίζει αρμονικές πτυχές

ντρεσάρω           dresserεκγυμνάζω άλογο | εκπαιδεύω, εξασκώ κάποιον

ντρίλι    drille      φτηνό μπαμπακερό ύφασμα

οβάλ     ovale     ελλειψοειδής, που έχει το σχήμα αβγού

οβίδα    obus      βλήμα πυροβόλου

ογκρατέν            au gratin              τρόπος μαγειρέματος κατά τον οποίο το φαγητό πριν μπει στη φωτιά ή στο φούρνο καλύπτεται μ’ ένα στρώμα τριμμένου τυριού

οδαλίσκη            odalisque            θαλαμηπόλος των χαρεμιών, ευνοουμένη Οθωμανών αξιωματούχων ή ηγεμόνων

όζη         ose         ονομασία των απλών σακχάρων που δεν υδρολύονται σε απλούστερα

οικολογία           écologie               κλάδος της βιολογίας που μελετά τις σχέσεις των ζωικών οργανισμών μεταξύ τους και με το περιβάλλον | η μελέτη των σχέσεων μεταξύ ανθρώπινων ομάδων ή πληθυσμών και του φυσικού, ιδίως, περιβάλλοντος

οικονομετρία    économétrie      κλάδος της οικονομικής επιστήμης που εφαρμόζει τις μεθόδους της οικονομικής ανάλυσης στα στατιστικά δεδομένα για τη διάγνωση και ερμηνεία ενός οικονομικού φαινομένου

οικοσύστημα     écosysteme       φυσική ενότητα αποτελούμενη από έμβια όντα και ανόργανη ύλη, που με τις αλληλεπιδράσεις τους αποτελούν ένα σταθερό σύστημα στο οποίο τα πάντα βρίσκονται σε δυναμική ισορροπία μεταξύ τους

οκαζιόν                occasion               σε τιμή ευκαιρίας, πολύ φτηνά

ολόγραμμα        hologramme      ο πίνακας, η φωτογραφία που λαμβάνεται με τη μέθοδο της ολογραφίας

ολογραφία         holographie        φωτογραφική μέθοδος με ακτίνες λέιζερ κατά την οποία τα αντικείμενα παριστάνονται ανάγλυφα ή ολόγλυφα

ολοκληρωτισμός              totalitarisme      μονοκομματικό δικτατορικό σύστημα διακυβερνήσεως

ομελέτα               omelette             φαγητό από χτυπητά αβγά τηγανισμένα με λάδι ή βούτυρο

οντισιόν               audition               δοκιμαστική ακρόαση ή παράσταση υποψηφίου, ο οποίος θέλει να προσληφθεί ως ηθοποιός, τραγουδιστής, μουσικός κτλ

οντουλάρω        onduler                κατσαρώνω τα μαλλιά

οντουλασιόν     ondulation          τεχνητό κατσάρωμα των μαλλιών

ονυχοκόμος       manicuriste        αισθητικός που ασχολείται με την περιποίηση των νυχιών, μανικιουρίστας

οξαλικός              oxalique               που ανήκει ή αναφέρεται στο οξύ της οξαλίδας

οξόνη    acéton  ακετόνη

οξυγόνο               oxygéne              χημικό στοιχείο, αέριο, άχρωμο και άοσμο, ένα από τα κύρια συστατικά του νερού και του ατμοσφαιρικού αέρα

οξυζενέ                oxygénée            οξυγονούχο νερό

οπερατέρ            operateur           ο ειδικός που χειρίζεται τη μηχανή λήψεως κατά το γύρισμα κινηματογραφικής ταινίας

οπορτουνισμός                opportunisme   καιροσκοπισμός, η τάση που δέχεται την, ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, αλλαγή της τακτικής και του σκοπού του κομουνιστικού κινήματος

οπορτουνιστής/τρια      opportuniste     οπαδός του οπορτουνισμού

οπτιμισμός         optimisme          φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία ο κόσμος έχει άριστα, αισιοδοξία

οπτιμιστής/τρια               optimiste             οπαδός του οπτιμισμού, αισιόδοξος

ορ τεξτhors – texte        όρος της τυπογραφίας που δηλώνει την εικόνα που είναι τυπωμένη σε σελίδα πρόσθετη, η οποία δεν περιλαμβάνεται στις αριθμημένες σελίδες εντύπου, βιβλίου ή περιοδικού

οργαντίνα          organdiλεπτό και διάφανο βαμβακερό ύφασμα

οριενταλισμός  orientalisme       η μελέτη των γλωσσών και γεν. του πολιτισμού των λαών της Ανατολής | ίδος της ζωγραφικής με πρόσωπα, τοπία και σκηνές από τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή

ορλόν   orlon     συνθετική υφαντική ίνα με αυξημένη μηχανική αντοχή που χρησιμοποιείται για την κατασκευή υφασμάτων αναμεμιγμένη με μαλλί ή άλλες υφαντικές ίνες

ορμόνη                hormone             έκκριμα των ενδοκρινών αδένων, που ρυθμίζει την ισορροπία μεταξύ των βασικών φυσιολογικών δραστηριοτήτων του οργανισμού

ορντέβρ               hors d’oeuvre    εδέσματα που σερβίρονται πριν από το κυρίως φαγητό, ορεκτικά

ορολογία            terminologie      ενασχόληση περί τους επιστημονικούς, φιλοσοφικούς, τεχνικούς όρους | συναγωγή όρων επιστήμης, τέχνης ή τεχνικής

ορφισμός            orphisme             μια από τις τάσεις της αφηρημένης ζωγραφικής, που ξεκίνησε από τον κυβισμό και απέβλεπε, κυρίως, στη ρυθμική

όσκολοhausse-col          μεταλλική πλάκα σε σχήμα μισοφέγγαρου, που κρεμούσαν παλιότερα οι αξιωματικοί του στρατού στο λαιμό, όταν βρίσκονταν σε υπηρεσία

όσμιο    osmium                χημικό στοιχείο, μέταλλο της ομάδας του λευκόχρυσου, το βαρύτερο απ’ όλα τα σώματα

οτομοτρίς           automotrice       αυτοκινητάμαξα

οτοστόπ               auto-stop            η ενέργεια πεζοπόρου κατά την οποία σταματά διερχόμενο όχημα για να ζητήσει από τον οδηγό τη δωρεάν μεταφορά του

ουβερτούρα      ouverture           εισαγωγή, μουσική σύνθεση, συν. ορχηστρική, σε μουσικό έργο | ανεξάρτητο έργο ενόργανης μουσικής

ουδετερόδυνος                neutrodyne        λέξη που χαρακτηρίζει ενισχυτή ή ασυρματικό δέκτη ο οποίος προορίζεται για την απόσβεση των ταλαντώσεων

ουλάνος              uhlan     λογχοφόρος ιππέας του παλιού γερμανικού, αυστριακού, πολωνικού και ρωσικού στρατού

ουνιβερσαλισμός            universalisme    θεολογική θεωρία που πρεσβεύει τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας | φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία η πραγματικότητα αποτελεί ενιαίο μοναδικό όλον και τα άτομα αποτελούν στοιχεία του όλου

ουρανισμός       uranisme             παθητική ομοφυλοφιλία, ιδ. του αρσενικού, που εκδηλώνεται με μίμηση της συμπεριφοράς του άλλου φύλου

ουρμπανισμός  urbanisme          αστυφιλία | πολεοδομία

οφικλείδα           ophicléide           χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο

οψιόν   option   διεθνής οικονομικός όρος για να δηλώσει το δικαίωμα ενός προσώπου να συνιστά σύμβαση ή οποιαδήποτε έννομη σχέση με μονομερή δήλωσή του προς τον έτερο των αντισυμβαλλομένων, δικαίωμα προαιρέσεως | (χρηματιστ.) συμφωνία αγοράς ή πωλήσεως μετοχών σε καθορισμένη τιμή επί προθεσμία

Γαλλικές Λέξεις που Χρησιμοποιούμε στη Ελλάδα  

 

One Comment

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *