Γαλλικές Λέξεις που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα

 Γαλλικές Λέξεις στα Ελληνικά

ΜΕΡΟΣ 1      ΜΕΡΟΣ 2     ΜΕΡΟΣ 3     ΜΕΡΟΣ 4     ΜΕΡΟΣ 5

gallikes-lexis-sta-ellinika
παγέτα

παγαία pagaie   κουπί που έχει σχήμα φτυαριού και με το χέρι βυθίζεται κάθετα στο νερό, και χρησιμοποιείται στις πιρόγες και τα κανό

παγέτα paillette               πούλια μεταλλική ή πλαστική λαμπυρίζουσα που ράβεται σε ύφασμα

παλ        pâle       (για χρώματα) που δεν είναι έντονος, αχνός, που έχει αναμιχθεί με άσπρο χρώμα | (για φωτισμό) αμυδρός

πανέ      pané      τρόπος μαγειρέματος κατά τον οποίο το είδος που πρόκειται να τηγανιστεί (κρέας, ψάρι κτλ.) πασπαλίζεται με τριμμένη φρυγανιά

πανζωοτία          panzootie            επιδημική ασθένεια που προσβάλλει όλα τα ζώα, καθολική επιζωοτία

πανό     panneau              επιφάνεια λεία, μικρής έκτασης, περιβαλλόμενη από προεξέχον πλαίσιο | σανίδα για ζωγραφική | κομμάτι υφάσματος στερεωμένο σε δύο κάθετα ξύλα ή κρεμασμένο σε τοίχο, στο οποίο αναγράφονται πολιτικά ή άλλα συνθήματα

πανόραμα          panorama           θέαμα που αποτελείται από εικόνες ζωγραφισμένες στους εσωτερικούς τοίχους κυκλικού κτιρίου, οι οποίες φωτίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο παρατηρητής που βρίσκεται στο κέντρο να βλέπει να ξετυλίγονται μπροστά του σαν πραγματικές, διάφορες διαδοχικές σκηνές του παριστανομένου γεγονότος| συσκευή όπου βλέπει κανείς, με φακό, σειρά εικόνων σε μεγέθυνση| θέα σε ανοιχτό ορίζοντα

πανσέςpenséeείδος καλλωπιστικού φυτού, ίον

πανσιόν               pension                οίκημα όπου μπορεί κανείς να βρει στέγη και τροφή επί πληρωμή, είδος μικρού ξενοδοχείου

πανταλόνι          pantalon              ένδυμα που περιβάλλει καθένα από τα σκέλη χωριστά, παντελόνι

παντατίφ            pendentif            γυναικείο κόσμημα που κρεμιέται συνήθως με λεπτή αλυσίδα από το λαιμό

παντομίμα          pantomime        θεατρικό είδος όπου η σκηνική δράση εκφράζεται όχι με το λόγο αλλά με τη μιμική και την όρχηση

παπιγιόν              papillon                λαιμοδέτης σε σχήμα φιόγκου

παραβάν             paravent              μέσο για προφύλαξη από τον άνεμο, αλεξήνεμον | προπέτασμα που εμποδίζει τη θέα κάποιου χώρου

παραγλώσσα    paralangage       το σύνολο των στοιχείων, όπως επιτονισμός, χειρονομίες, εκφράσεις του προσώπου κτλ., τα οποία ενώ δεν αποτελούν μέρη του γλωσσικού συστήματος, βοηθούν στην επικοινωνία

παραθείο            parathion            δραστικό εντομοκτόν

παραφασία       paraphasie          διαταραχή της ομιλίας που εκδηλώνεται με κακή χρησιμοποίηση των λέξεων

παραφίνη           paraffine             ουσία λιπαρή, μείγμα στερεών υδρογονανθράκων, που παίρνεται κατά την απόσταξη των πετρελαίων και χρησιμοποιείται ιδ. για την παρασκευή κεριών

παραφίνωση     paraffinage         επίχριση ή εμποτισμός χαρτιών ή χαρτονιών με παραφίνη για να καταστούν αδιάβροχα

παραψυχικός    parapsychique  για φαινόμενα ψυχικά που δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν (τηλεπάθεια, διαίσθηση, τηλεκινησία κτλ.)

παρεό   paréo    ένδυμα της πλαζ, κομμάτι λεπτού υφάσματος σαν μεγάλο μαντίλι που τυλίγεται γύρω από το σώμα

παριζιάνος         parisien                ο κάτοικος του Παρισιού

παρκέ   parquet                ξύλινο δάπεδο περασμένο με κερί

παρκετάρω        parqueter           γυαλίζω ξύλινο πάτωμα

παρκετέζα          parqueteuse      ηλεκτρική μηχανή που χρησιμοποιείται στο παρκετάρισμα

παρκέτο              parquet                ξύλινο δάπεδο περασμένο με κερί

παρκόμετρο      parcometre        είδος μηχανήματος, μετρητής του χρόνου σταθμεύσεως των αυτοκινήτων

παρλαμάς           parlement           η κατά τη Φραγκοκρατία γενική συνέλευση των βαρόνων του πριγκιπάτου της Αχαΐας

παρμεζάνα         παρμεζάνα         είδος ιταλικού τυριού

παρμπρίζ             pare-brise           το μπροστινό τζάμι οχήματος

παρνασσισμός  parnasse              γαλλική ποιητική σχολή του 19ου αι., που πίστευε στην αυστηρά επιμελημένη μορφή του στίχου και αντλούσε θέματα, κυρίως, από την αρχαία ιστορία και μυθολογία

παρντεσού         par-dessus          παλτό, πανωφόρι

παρντόν              pardonσυγγνώμη, με συγχωρείτε

παρσισμός          parsisme              το θρήσκευμα των Ινδών οπαδών του ζωροαστρισμού, οι οποίοι προέρχονται από τους Πέρσες ζωροαστριστές που κατέφυγαν στην Ινδία κυνηγημένοι από τους μουσουλμάνους

παρτενέρ            partenaire           συμπαίκτης, συγχορευτής, σύντροφος, ερωτικός παρτενέρ

παρτέρι               parterre               κομμάτι γης σε κήπο, τριγυρισμένο, συνήθως, με μπορντούρα και προορισμένο για την καλλιέργεια μικρών φυτών

παρτούζα            partouze              σεξουαλική πράξη στην οποία μετέχουν περισσότερα από δύο πρόσωπα, ομαδικός έρωτας

παρφουμαρίζομαι          parfumer             παρφουμάρομαι, χρησιμοποιώ αρωματικές ουσίες, βάζω άρωμα στο πρόσωπο, τα χέρια, τα μαλλιά κτλ.

πασαρέλα          passerelle           ειδική εξέδρα πάνω στην οποία τα μανεκέν κάνουν επιδείξεις μόδας

πασιφισμός        pacifisme             ειρηνοφιλία, ειρηνισμός

πασπαρτού        passe – partoutαντικλείδι για όλες τις κλειδαριές | λεπτό χαρτόνι όπου επικολλάται φωτογραφία ή άλλη εικόνα

παστέλpastel    χρώμα σε σκόνη στερεοποιούμενη με την προσθήκη νερού που περιέχει κολλώδη ουσία | το έργο ζωγραφικής που γίνεται με τη χρησιμοποίηση αυτού του χρώματος, κρητιδογραφία

παστεριώνω      Pasteur                αποστειρώνω με τη μέθοδο της παστερίωσης

πατέ      pâté       παρασκεύασμα από κρέας ή ψάρι και διάφορα άλλα συστατικά που καλύπτονται με ζωικό λίπος ή άλλο υλικό συσκευασίας | είδος πίτας από κρέας ή ψάρι και διάφορα λαχανικά που περικλείονται με ζύμη και ψήνονται στο φούρνο

πατινάζ                patinage              τρέξιμο πάνω σε λεία, γλιστερή επιφάνεια με κατάλληλα τροχοπέδιλα ή παγοπέδιλα

πατινάρω            patinerκάνω πατινάζ

πατίνι   patine   τροχοπέδιλο ή παγοπέδιλο | υποτυπώδες ξύλινο ποδήλατο των μικρών παιδιών

πατρόνpatron  υπόδειγμα, πρότυπο σύμφωνα με το οποίο κατασκευάζεται κάτι

πατσουλί             patchouli             αιθέριο έλαιο από εξωτικό φυτό, που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία

πεκινουά             pékinois               ράτσα μικρόσωμων σκυλιών, με στρογγυλό κεφάλι και μακρύ τρίχωμα

πελερίνα             pelerine               φαρδύ πανωφόρι χωρίς μανίκια, που ρίχνεται στους ώμους

πελόταpelote   μικρό μαξιλαράκι που χρησιμοποιούν κυρίως οι μοδίστρες για να μπήγουν καρφίτσες ή βελόνες

πελούζα               pelouse                κομμάτι γης σκεπασμένο με πυκνή και κοντή χλόη, γκαζόν | το τμήμα της κερκίδας ιπποδρόμου για τους θεατές με εισιτήριο β΄ θέσης

πενικιλίνη           penicilline            είδος αντιβιοτικού

πενιουάρ            peignoir               είδος ρόμπας όχι εφαρμοστής | είδος μικρής μπέρτας από λεπτό ύφασμα ή νάιλον, που φοριέται στους ώμους και χρησιμοποιείται στα κομμωτήρια κατά τη διάρκεια της κοπής και του χτενίσματος των μαλλιών

πένσα   pince     είδος μεταλλικής λαβίδας που χρησιμοποιείται για τη συγκράτηση, σύλληψη, αφαίρεση κτλ. αντικειμένου

πεντάλpédal     εξάρτημα μηχανήματος ή οργάνου που πατιέται με το πόδι για να κινηθεί

πεντάνιο             pentane               είδος κεκορεσμένου υδρογονάνθρακα

πεντικιούρ          pédicure              περιποίηση των νυχιών των ποδιών και των δακτύλων των ποδιών

πεπτίδιο              peptide                φυσική ή συνθετική χημική ένωση που σχηματίζεται από περιορισμένο αριθμό αμινοξέων

περίμετρο           périmetre           συσκευή που χρησιμεύει για τη μέτρηση του οπτικού πεδίου

περμανάντ         permanente      τεχνητό κατσάρωμα των μαλλιών με τη χρήση χημικών ουσιών και θερμότητας, το οποίο διαρκεί για πολύ καιρό

περσίδα               persienne           καθεμιά από τις μεταλλικές ή πλαστικές λουρίδες, οι οποίες συναρθρώνονται καθέτως ή οριζοντίως, και σχηματίζουν παραπέτασμα που χρησιμοποιείται ως κουρτίνα για προφύλαξη από τον ήλιο | κάθε παρόμοιο, αρθρωτό εξάρτημα μηχανήματος, συσκευής κτλ

περσοναλισμός                personnalisme φιλοσοφική αντίληψη που δέχεται ως κύρια αξία την ολοκληρωμένη ανθρώπινη προσωπικότητα

περσοναλιστής/τρια      personnaliste    ο οπαδός του περσοναλισμού

πεσιμισμός         pessimisme        η θεωρία της απαισιοδοξίας | η διάθεση, η τάση για απαισιοδοξία

πεσιμιστής/τρια               pessimiste          οπαδός του πεσιμισμού | ο απαισιόδοξος

πετάλι  pédale  πέδιλο μηχανής ή ποδηλάτου

πεψίνηpepsine                ένζυμο πρωτεϊνών του γαστρικού υγρού που κάνει την πέψη των λευκωμάτων

πιάν       pian       λοιμώδης, χρόνια νόσος, διαδεδομένη στις τροπικές χώρες

πιερότος              pierrot  πρόσωπο της παλιάς ιταλικής κωμωδίας | μεταμφιεσμένος της αποκριάς με χαρακτηριστικό άσπρο κοστούμι, πτυχωτό γιακά κτλ

πιετισμός            pietisme              θρησκευτική τάση στους κόλπους του λουθηρανισμού, που αποδίδει την τελειοποίηση του ανθρώπου στην επενέργεια του Λόγου του Θεού και την ατομική προσπάθεια του πιστού

πικές     piqué    βαμβακερό ύφασμα με ανάγλυφα σχήματα

πικνίκ    pique-nique       πρόχειρο υπαίθριο γεύμα, σε εκδρομή

πιλοτή  pilotis    ανοιχτός, που δεν έχει χτισθεί, ισόγειος χώρος οικοδομήματος, συν. πολυκατοικίας, που εξυπηρετεί τις ανάγκες των ενοίκων της (παρκάρισμα αυτοκινήτων κτλ.)

πινάκλ  pinacle  είδος χαρτοπαίγνιου

πινέζα   punaise                μικρό λεπτό καρφί με πλατύ κεφάλι

πιονέρος/ισσα  pionnier               πρωτοπόρος, σκαπανέας

πιόνι      pion       καθένας από τους μικρούς πεσσούς του σκακιού

πιράνχας             piranhaσαρκοβόρο ψάρι του Αμαζονίου γνωστό για την αγριότητά του

πιρόγαpirogue                ελαφρύ μονόξυλο πολύκωπο σκάφος που χρησιμοποιείται από λαούς της Αφρικής και άλλων χωρών

πιρουέτα             pirouette             χορευτική κίνηση κατά την οποία ο χορευτής στηρίζεται στο ένα πόδι και εκτελεί μιαν πλήρη, επιτόπου περιστροφή

πίστα    piste      επίπεδο μέρος σταδίου ή ιπποδρόμου κατάλληλο για ασκήσεις ή αγώνες | επίπεδος και συνήθως στρογγυλός χώρος σε κέντρο ψυχαγωγίας, κατάλληλος για χορό | ο χώρος όπου διεξάγονται αγώνες αυτοκινήτων ή ποδηλάτων | κατάλληλα διαμορφωμένο τμήμα αεροδρομίου για την τροχοδρόμηση των αεροπλάνων | ειδικός χώρος σε χιονισμένο βουνό για την επίδοση στη χιονοδρομία (σκι)

πλαζ      plage     αμμώδης παραλία

πλακέ   plaqué  ο όμοιος, στο σχήμα, με πλάκα | μέταλλο με λεπτό επίστρωμα από χρυσάφι ή ασήμι

πλακέτα              plaquette            μικρή πλάκα, πλακίδιο | μικρή συλλογή ποιημάτων

πλανάρω             planer   1. (για πτηνά) στέκομαι ακίνητος στον αέρα με απλωμένα τα φτερά. 2. [<πλάνη] λειαίνω την επιφάνεια ξύλου με την πλάνη, ροκανίζω

πλάνο   πλάνο   σχέδιο, σχεδιάγραμμα | πρόγραμμα για ορισμένη δράση | διαδοχή εικόνων που καθορίζεται από την απόσταση της μηχανής λήψης και της σκηνής η οποία κινηματογραφείται και από το περιεχόμενο αυτών των εικόνων (διαστάσεις αντικειμένων)

πλασάρω            placer    διαθέτω στην αγορά εμπόρευμα ως πλασιέ | διοχετεύω με τον κατάλληλο τρόπο | χτυπώ την μπάλα ώστε να την κατευθύνω σε καθορισμένο σημείο | τοποθετούμαι σωστά στο γήπεδο, σε ευνοϊκή θέση

πλασιέ  placier   πρόσωπο που διαθέτει, με προμήθεια, εμπορεύματα στην αγορά

πλαστρόν            plastron               τμήμα ενδύματος, σταθερό ή πρόσθετο, που καλύπτει το στήθος, προστήθιο

πλατερέσκ          plateresque       για ρυθμό αρχιτεκτονικής και στιλ διακόσμησης της ισπανικής Αναγεννήσεως, που χαρακτηρίζεται από υπερβολικά πλούσιο γλυπτό διάκοσμο

πλατίνα               platine  διακόπτης στο σύστημα ανάφλεξης αυτοκινήτου, που συμβάλλει στην αύξηση της τάσης του ρεύματος που είναι απαραίτητο για τη δημιουργία σπινθήρα στα μπουζί

πλατινέ                platiné  που έχει το χρώμα της πλατίνας (ξανθά, σχεδόν άσπρα)

πλατό   plateauεπίπεδη, μεγάλη επιφάνεια | πλατύς χώρος σε κινηματογραφικό στούντιο για την κινηματογράφηση των εσωτερικών σκηνών

πλατφόρμα        plate-forme       εξέδρα ή ταράτσα, επίπεδος χώρος σιδηροδρομικού σταθμού κοντά στις γραμμές και σε υψηλότερο από αυτές επίπεδο, που χρησιμεύει για την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών | ευρύχωρη καρότσα που ρυμουλκείται | το σύνολο των αρχών και θέσεων του προγράμματος πολιτικού κόμματος

πλαφόν                plafond                ανώτατο όριο, μάξιμουμ, που δεν μπορεί να ξεπεράσει κανείς

πλαφονιέρα      plafonnier           είδος πολύφωτου της οροφής

πλεξιγκλάς         plexiglas               εμπορική ονομασία του πλαστικού γυαλιού το οποίο είναι διαφανές και εξαιρετικής αντοχής

πλερέζα               pleureuse           πένθιμος πέπλος από λεπτό μαύρο ύφασμα που καλύπτει το κεφάλι ή και το πρόσωπο των γυναικών

πληροφορική    informatique     επιστήμη της πληροφόρησης· σύνολο μεθόδων για τη συλλογή, διαλογή, απομνημόνευση, μετάδοση και χρησιμοποίηση πληροφοριών, τις οποίες επεξεργάζονται αυτόματα, με τη βοήθεια προγραμμάτων, ηλεκτρονικοί υπολογιστές

πλισές   plissé     πυκνή και κανονική πτύχωση υφάσματος | ύφασμα με τέτοια πτύχωση

πλονζόν               plongeon             εκτίναξη και πτώση στο έδαφος του τερματοφύλακα για να αποκρούσει την μπάλα

πλουραλισμός  pluralisme           φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι ο κόσμος αποτελείται από πολλά αυτοτελή στοιχεία, από πολλά στρώματα του «είναι» | η αποδοχή ή ανάπτυξη πολλών απόψεων στη διακίνηση των ιδεών, πολυφωνία

πολεμολογία     polémologie       μελέτη του πολέμου ως κοινωνικού φαινομένου, των αιτίων, των αφορμών και των επιπτώσεων του πολέμου

πολυτραυματίας             polytraumatiséαυτός που έχει πολλά τραύματα, που παρουσιάζει πολλές κακώσεις εξαιτίας ατυχήματος, ιδ. οδικού

πομπέ   bombéσφαιροειδής, στρογγυλεμένος, κυρτός

πονζέ    pongée                είδος ελαφρού μεταξωτού υφάσματος

πόντιουμ             podium                βάθρο για τον διευθυντή ορχήστρας

ποπλίνα               popeline              είδος βαμβακερού υφάσματος που μοιάζει, κατά τη στιλπνότητα, με μεταξωτό

πορτατίφ            portatifφορητή, επιτραπέζια ηλεκτρική λάμπα

πορτμαντό         porte-manteauκρεμάστρα για πανωφόρια | είδος βαλίτσας

πορτμονέ            porte-monnaieπορτοφόλι για κέρματα

πορτμπαγκάζ    porte-bagages  χώρος στο πίσω ή πρόσθιο μέρος αυτοκινήτου για τις αποσκευές των επιβατών

πορτμπεμπέ       porte-bébé        φορητό λίκνο

πορτμπονέρ       porte-bonheurμικροαντικείμενο που υποτίθεται ότι φέρνει γούρι

πορτρέτο            portraitη προσωπογραφία

ποσέ      poché   αβγά ποσέ, αβγά μάτια που μαγειρεύονται σε νερό που βράζει

ποστίς   postiche               τούφα ή δέσμη φυσικών ή τεχνητών μαλλιών που προσαρμόζεται μετά το χτένισμα στο κεφάλι για την αύξηση του όγκου, το μάκρεμα κτλ. των μαλλιών

ποστρεστάντ     poste restante  μέθοδος ταχυδρομικής αλληλογραφίας κατά την οποία η επιστολή παραμένει στο γραφείο προορισμού ωσότου ζητηθεί από τον παραλήπτη

ποτ πουρί            ποτ πουρί            συρραφή διαφόρων μελωδιών σε ενιαίο σύνολο | σύνολο από ποικιλόμορφα πράγματα

πουά     pois        μικρός κύκλος, βούλα σε ύφασμα

πουαντιλισμός  pointillisme         τεχνική ζωγραφικής που αποδίδει το φως και τα αντικείμενα με χρωματικά στίγματα στον πίνακα, στιγματογραφία

πουάρ  poire     κλύσμα σε σχήμα αχλαδιού

πούδρα                poudreκαλλυντικό σε σκόνη, πούντρα

πουλένpoulainτο πουλάρι | προστατευόμενος

πουρέ(ς)              purée    έδεσμα από πολτοποιημένες πατάτες, όσπρια ή χόρτα

πουρμπουάρ     pourboire            φιλοδώρημα για την παροχή υπηρεσιών

πουτίγκα             poudingue          είδος γλυκίσματος από αλεύρι, αβγά, ζάχαρη, σταφίδες κτλ

πουφ     pouf      είδος μικρού στρογγυλού καθίσματος

πραλίνα               praline  είδος γλυκίσματος με βασικό υλικό το καβουρντισμένο αμύγδαλο

πρεμιέρα            premiere             η πρώτη παράσταση θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου ή πρώτη εκτέλεση μουσικού έργου

πρεστίζprestige               κύρος

πρεταπορτέ       prêt-a-porter     που έχει κατασκευαστεί από πριν, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιήσει κάποιος αμέσως μόλις το αγοράσει, έτοιμος

πρέφα  préférence         είδος χαρτοπαίγνιου για τρία ή τέσσερα πρόσωπα και με 32 από τα φύλλα της τράπουλας | η δεσμίδα των τριάντα δύο παιγνιόχαρτων

πρίζα     prise      εξάρτημα ηλεκτρικής συσκευής ή εγκατάσταση για τη λήψη ρεύματος, ρευματοδότης

πριμ       prime    πρόσθετη, έκτακτη αμοιβή

πριμιτιβισμός    primitivisme       τεχνοτροπία που μιμείται τις πρωτόγονες καλλιτεχνικές μορφές

πριμιτιβιστής     primitifκαλλιτέχνης που μιμείται πρωτόγονες καλλιτεχνικές μορφές

προβοκάτορας/ισσα     provocateur       βαλτός που υποκινεί πράξεις βίας για να προκαλέσει αντίποινα

πρόθημα             préfixeπρόσφυμα που τοποθετείται πριν από τη ρίζα μιας λέξης (π.χ. δυσ-θυμία, ξε-πληρώνω)

προθρομβίνη    prothrombine   ουσία του αίματος που ρυθμίζει την πηκτικότητά του

προτεκτοράτο  protectorat         συμβατική σχέση μεταξύ κρατών κατά την οποία το ένα απ’ αυτά, η προστάτιδα δύναμη, αναλαμβάνει τη διεύθυνση των εξωτερικών υποθέσεων του άλλου | το κράτος στο οποίο επιβαλλόταν

προτεσταντισμός            protestantismeτο σύνολο των δυτικών δογμάτων και εκκλησιών, που προέρχονται από τη θρησκευτική μεταρρύθμιση του Λουθήρου

προτσές               proc       η συνεχής εξέλιξη φαινομένου, δυναμική αλληλοδιαδοχή καταστάσεων

προφίλprofil     η πλάγια όψη του προσώπου, η κατατομή | σύνολο χαρακτηριστικών, τρόπος συμπεριφοράς ατόμου, πολιτικού κόμματος κτλ. που προσελκύει τη δημόσια προσοχή

πρωτεΐνη             protéine              οργανικές αζωτούχες ουσίες που υπάρχουν στους ζωντανούς οργανισμούς, και έχουν μεγάλη βιολογική σημασία

πτιφούρ               petit four             μικρό γλυκό, που σερβίρεται συν. μαζί με ρόφημα

ραβιέρα              ravier    μικρή πιατέλα, συνήθως οβάλ, για ορεκτικά

ράγ(ι)ες               rails        σιδερένιες ράβδοι επάνω στις οποίες κινούνται τρένα ή τραμ

ραγ(κ)ού             ragoût   είδος φαγητού με κρέας και λαχανικά ή όσπρια

ραδιοερασιτέχνης          radioamateur    πρόσωπο που πραγματοποιεί ραδιοφωνικές εκπομπές, χωρίς να είναι επαγγελματίας

ραδιοταξί           radiotaxi              ταξί εφοδιασμένο με συσκευή πομπού και δέκτη ραδιοκυμάτων που επιτρέπει στον οδηγό να είναι σε συνεχή επικοινωνία με άλλους οδηγούς ανάλογων οχημάτων ή με μια κεντρική υπηρεσία, που του μεταβιβάζει τη διεύθυνση των πελατών που πρέπει να αναζητήσει για μεταφορά

ραδιοφωνία      radiophonie       η μεταβίβαση διαφόρων ακροαμάτων με ραδιοπομπό

ραμολής              ramolli  ξεκουτιάρης, ξεμωραμένος, ραμολί

ράμπα  rampe   κεκλιμένο επίπεδο που κατασκευάζεται ή τοποθετείται για να συνδέει δύο οριζόντιες επιφάνειες που βρίσκονται σε διαφορετικό ύψος | ειδική κατασκευή σε συνεργείο αυτοκινήτων καθώς και ο σχετικός μεταλλικός μηχανισμός για την τοποθέτηση του αυτοκινήτου σε ψηλότερη σχάρα από το δάπεδο ή για την ανύψωσή του, ώστε να γίνουν εργασίες στο κάτω μέρος του οχήματος | σειρά φώτων σε όλο το πλάτος του προσκηνίου, που φωτίζουν μόνο τους ηθοποιούς

ραμποτέ              raboté  για ξύλο, που έχει πλανιστεί, που έχει λειανθεί με την πλάνη

ράντα   rente     σειρά ποσών που καταβάλλονται, περιοδικώς, κατά ίσα χρονικά διαστήματα | σταθερό εισόδημα | η τιράντα

ραντεβού            rendez-vous      συνάντηση μετά από συνεννόηση | ερωτική συνάντηση

ραντιέρης           rentier  ο εισοδηματίας

ρασιοναλισμόςrationalisme       ορθολογισμός

ρασιοναλιστήςrationaliste         ορθολογιστής

ραφινέrafiné    ραφιναρισμένος, διυλισμένος

ρεαλιστής/τρια                réalisteοπαδός του φιλοσοφικού ή αισθητικού ρεαλισμού | ο άνθρωπος που βασίζει τις πράξεις του στην αντίληψη της πραγματικότητας

ρέβα     rave       το γογγύλι

ρεβάνςrevanche             ανταπόδοση | αντεκδίκηση

ρεβανσισμός     revanchisme      πολιτική στάση που καθορίζεται από πνεύμα εκδικήσεως | τάση αντεκδίκησης

ρεβεγιόν             réveillon              γιορτή την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς

ρεβέρ   revers   γύρισμα του κάτω μέρους μανικιού ή πανταλονιού | (στο τένις) χτύπημα της σφαίρας με τη ρακέτα προς τα αριστερά με το δεξί χέρι ή προς τα δεξιά με το αριστερό

ρεβιζιονισμός    révisionisme      κάθε τάση ή κίνηση αναθεωρήσεως | η αναθεώρηση των αρχών του μαρξισμού προς την κατεύθυνση των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων αντί της επαναστατικής δράσης αναθεωρητισμού

ρεβιζιονιστής    révisionniste      οπαδός του ρεβιζιονισμού

ρεγιόν  rayonne               είδος συνθετικών ινών

ρεζεντά                réséda  είδος καλλωπιστικού φυτού και το μυριστικό άνθος του

ρεζερβέ               réservé                αγκαζαρισμένος

ρεζερβουάρ       réservoir              ντεπόζιτο βενζίνης αυτοκινήτου

ρεζιοναλισμός  régionalisme      μελέτη των κοινωνικών φαινομένων συγκεκριμένων περιοχών, με αναφορά προς το φυσικό περιβάλλον και την πολιτιστική τους ανάπτυξη | πολιτιστικό και πολιτικό κίνημα για την προστασία της τοπικής κουλτούρας και την προώθηση αυτόνομων πολιτικών θεσμών σε συγκεκριμένες περιοχές

ρεζισέρ                régisseur             σκηνοθέτης ή καλλιτεχνικός διευθυντής θεάτρου

ρεζουμέ               résumé                περίληψη | συμπέρασμα

ρεκλάμα              réclame                διαφήμιση | επίδειξη ανύπαρκτων προσόντων

ρεκτιφιέ              rectifier                διόρθωση, αποκατάσταση | (ειδ. για αυτοκίνητο) η αποκατάσταση φθαρμένου κυλίνδρου, με λείανση των τοιχωμάτων του

ρελάνςrelanceεπαύξηση του χρηματικού ποσού σε χαρτοπαίγνιο και αντεπίθεση | νέα ώθηση, επανεμφάνιση ιδέας, σχεδίου, δραστηριότητας που είχε ατονήσει

ρελαντί                ralenti   λειτουργία μηχανής στο χαμηλότερο δυνατό ρυθμό | αργή κίνηση | ο πολύ αργός ρυθμός

ρελατιβισμός    relativisme          φιλοσοφική θεωρία που δέχεται τη σχετικότητα της γνώσης και της αλήθειας

ρενάρ   renard  γουναρικό από δέρμα αλεπούς

ρέντα    rente     εύνοια της τύχης στο χαρτοπαίγνιο

ρεντινγκότα       redingote            επίσημο ανδρικό ένδυμα

ρεπό      repos    διακοπή εργασίας για ανάπαυση

ρεπορτάζ            reportage            συλλογή ειδήσεων για δημοσίευση στον ημερήσιο ή περιοδικό τύπο ή για μετάδοση από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ειδησεολογία | το έργο του ρεπόρτερ

ρεπροντιξιόν     reproduction     αναπαραγωγή ζωγραφικού έργου

ρεσεψιόν            réception            υπηρεσία, αίθουσα ή γραφείο υποδοχής πελατών ή κοινού

ρεσεψιονίστ      réceptionniste  υπάλληλος στο τμήμα υποδοχής πελατών ή κοινού

ρεσιτάλ                récital    εκτέλεση μουσικών έργων σε ακροατήριο από ένα και μόνο καλλιτέχνη

ρετάρω                retard   (για μηχανή εσωτερικής καύσεως) δεν λειτουργώ στρωτά εξαιτίας της μη ανάφλεξης του μίγματος σ’ έναν ή περισσότερους κυλίνδρους | εμφανίζω δυσλειτουργίες (βραδύτητα στην ομιλία, άτονες αντιδράσεις κτλ.) εξαιτίας κόπωσης, εξάντλησης κτλ

ρετιρέ   retiré     ανώτερος όροφος κτιρίου, μικρότερος από τους υπόλοιπους, που η πρόσοψή του δεν φτάνει ως την πρόσοψη του όλου οικοδομήματος

ρετούς  retouche             ρετουσάρισμα

ρετουσάρω        retoucher            επεξεργάζομαι φωτογραφική πλάκα | επεξεργάζομαι ξανά λογοτεχνικό κείμενο ή καλλιτεχνικό έργο, για να του δώσω τελειότερη μορφή

ρετρό    rétro      η επιστροφή σε στιλ ή τρόπους (στη μόδα, την τέχνη κτλ.) λίγο ή πολύ χρονικά απομακρυσμένους

ρευματολήπτης                fiche      εξάρτημα στο άκρο του καλωδίου ηλεκτρικής συσκευής, για τη λήψη ρεύματος

ρεφάρω               refaire  (στο χαρτοπαίγνιο) ξανακερδίζω όσα έχασα

ρεφλέξréflex    αντανακλαστικό

ρεφορμισμός    réformisme        πολιτική τάση που επιδιώκει τη μετάβαση στον σοσιαλισμό με την εφαρμογή οργανικών και βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων του κεφαλαιοκρατικού συστήματος

ρεφορμιστής/τρια          réformiste          οπαδός του ρεφορμισμού

ρεφρέν                refrain  σειρά λέξεων ή φράσεις που επαναλαμβάνονται στο τέλος κάθε στροφής τραγουδιού ή ποιήματος, επωδός

ριλάξ     relax      άνετος, ήρεμος, ξεκούραστος, χαλαρός| ξεκούραση, χαλάρωση | είδος καθίσματος για μωρά

ριντό     rideau   παραπέτασμα, κουρτίνα, μπερντές | (θέατρο) η αυλαία

ριπολίνη              ripolin   είδος λαδομπογιάς που στεγνώνει εύκολα

ριφιφί   rififi        χαρακτηρίσει έναν τρόπο παραβίασης κλειστού χώρου με σκοπό την κλοπή, κατά τον οποίο οι δράστες ανοίγουν τρύπα στον τοίχο ή την οροφή του οικοδομήματος

ροζ         rose       χρώμα απαλό κόκκινο, που προέρχεται από την ανάμειξη του κόκκινου με το λευκό

ροζέ       rosé       αυτός που έχει ροζ χρώμα, ρόδινος, τριανταφυλλής | είδος κρασιού με ανοιχτό κόκκινο χρώμα

ροκοκόrococo  καλλιτεχνικός ρυθμός που διαδόθηκε στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα, και χαρακτηρίζεται, κυρίως, από την πληθωρική χρήση διακοσμητικών στοιχείων

ροκφόρ                Roquefort           είδος γαλλικού τυριού που παρασκευάζεται από πρόβιο γάλα και με ανάπτυξη ενός ορισμένου είδους μυκήτων στο εσωτερικό του

ρολάρω               rouler    ποδήλατο που συνεχίζει να κινείται, ενώ δεν χρησιμοποιούνται τα πεντάλ | για αυτοκίνητο που κινείται, με την ορμή που έχει αποκτήσει, χωρίς να χρησιμοποιείται η ισχύς του κινητήρα του

ρολό      rouleau                καθετί τυλιγμένο σε σχήμα κυλίνδρου | το εξωτερικό φύλλο πόρτας ή παραθύρου, από σιδερένιο έλασμα ή από ξύλινους πήχες, που τυλίγεται κυλινδρικά, ρουλό

ρόλος    rôle        κύλινδρος τυλιγμένου χαρτιού ιδ. τυπογραφικού | πρόσωπο θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου που υποδύεται ο ηθοποιός

ρομανικός          roman   ο αναγόμενος στους λαούς που κατάγονται από τους Ρωμαίους, λατινογενής, νεολατινικός

ρομπ ντε σαμπρ               robe de chambre             μακρύ ένδυμα ανδρικό ή γυναικείο, με μανίκια, άνετο και φαρδύ, που φοριέται μέσα στο σπίτι

ροντάρισμα       rodage  προσεκτικός χειρισμός ή χρήση καινούριου μηχανήματος και ιδ. μηχανής καινούριου αυτοκινήτου, μέχρι να φτάσει να λειτουργεί και να αποδίδει φυσιολογικά

ροντάρω             roder     χειρίζομαι, χρησιμοποιώ καινούριο μηχάνημα προσεκτικά, μέχρι να φτάσει να λειτουργεί και να αποδίδει φυσιολογικά | προετοιμάζω τη μηχανή καινούριου αυτοκινήτου για τη φυσιολογική χρήση, οδηγώντας αργά και προσεχτικά

ροντό    rondeau               λυρικό είδος της γαλλικής ποίησης | είδος μουσικής σύνθεσης με μοτίβα που επαναλαμβάνονται

ρουζ      rouge    κόκκινο χρώμα | κραγιόν για τα χείλη ή τα μάγουλα

ρουλεμάν           roulement          το μέρος μηχανών και εργαλείων στο οποίο στηρίζεται και περιστρέφεται ο άξονας, ένσφαιρος τριβέας

ρουλέτα              roulette               είδος τυχερού παιχνιδιού με περιστρεφόμενο δίσκο, μπίλια και ταμπλό, όπου ποντάρουν οι παίκτες

ρουμπινές           robinetστρόφιγγα βρύσης, κάνουλα

ρουμπίνι              rubin     πολύτιμος λίθος με χρώμα κόκκινο

ρουμπρίκα         rubrique              ερυθρόγραφη λειτουργική οδηγία στο περιθώριο εκκλησιαστικού βιβλίου | τίτλος περιοδικού ή εφημερίδας, ενδεικτικός του περιεχομένου άρθρου | μόνιμη ή τακτική στήλη εντύπου που ασχολείται με καθορισμένο θέμα

ρουτίνα               routineη μηχανική και στερεότυπη επανάληψη των ίδιων πραγμάτων | κατάσταση πλήξεως, ανίας | έλλειψη πρωτοτυπίας | (συν. στη γεν.) για ενέργεια που αποτελεί μέρος μιας συνήθους διαδικασίας

 Γαλλικές Λέξεις στα Ελληνικά

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *