Ιταλικές Λέξεις στο Ελληνικό Λεξιλόγιο

νάβα

νάβα

Ιταλικές Λέξεις στο Ελληνικό Λεξιλόγιο

Μέρος Ι         Μέρος ΙΙ        Μέρος ΙΙΙ        Μέρος ΙV            Μέρος V             Μέρος VI

νάβα:    nave, τρίστηλο ιστιοφόρο εμπορικό πλοίο

ναβέτα:               navette, μικρό εμπορικό πλοίο

νεποτισμός:       nepotismo, η εύνοια δημόσιων λειτουργών προς συγγενείς και φίλους που εκδηλώνεται με παραχωρήσεις θέσεων και αξιωμάτων

νεράντζι:             naranza, ο καρπός της νεραντζιάς

νετάρω:               nettare, τελειώνω κάτι

νέτος:   netto, καθαρός, σκέτος

νιτερέσο:            interesso, το συμφέρον

νιτσεράδα:         incerata, πανωφόρι ή οποιοδήποτε επικάλυμμα από μουσαμά

νόμπιλος:            nobile, αριστοκράτης, ευγενής

νουβέλα:             novella (=νέα), λογοτεχνικό είδος ενδιάμεσο ως προς την έκταση και την πλοκή, μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος

νούλα:  nulla, μηδενικό, χωρίς καμιά αξία

νούμερο:             numero, αριθμός

νούντσιος:          nunzio, διπλωματικός αντιπρόσωπος του Πάπα

ντα κάπο:            da capo, όρος που δηλώνει την επανάληψη της εκτέλεσης μουσικού κομματιού

ντάμα:  dama, γυναίκα άγαμη ή έγγαμη που συνοδεύεται από άνδρα σε χορό ή σε περίπατο, υναικεία φιγούρα σε χαρτί της τράπουλας

ντάνα:  tana, στήλη εμπορευμάτων τοποθετημένων ομοιόμορφα

νταραβέρι:         dare-avere (=δούναι – λαβείν), εμπορική δοσοληψία, συναλλαγή, σχέση οικειότητας, κίνηση, φασαρία

νταρντάνα:        tartana (=μεγάλο, βαρύ πλοίο), μεγαλόσωμη γυναίκα

ντεκρεσέντο:     decrescendo, προοδευτική μείωση της έντασης του ήχου σε μουσική σύνθεση

ντελίριο:              delirio, παραλήρημα

ντεμπουτάρω:  debuttare, κάνω την αρχή, τα πρώτα βήματα στη σταδιοδρομία μου

ντεπόζιτο:           deposito, δοχείο για εναποθήκευση νερού ή άλλου υγρού, χρηματικό ποσό σε χέρια τρίτου για φύλαξη

ντίβα:   diva (=θεά), διάσημη τραγουδίστρια ή ηθοποιός

ντιβιζιονισμός:  divisionismo, τεχνική των εμπρεσιονιστών εκείνων ζωγράφων που παρέθεταν απλώς τα χρώματα, χωρίς να τα αναμιγνύουν, για να επιτύχουν τους διάφορους χρωματικούς τόνους

ντιλετάντης:      dilettante, ο ασχολούμενος με κάτι ερασιτεχνικά, για προσωπική του και μόνο ικανοποίηση

ντιμινουέντο:    diminuendo, η βαθμιαία ελάττωση της εντάσεως του ήχου

ντοκουμεντάρω:              documentare, βασίζω σε τεκμήρια, σε ντοκουμέντα

ντοκουμέντο:    documento, καθετί που χρησιμεύει ως απόδειξη, τεκμήριο

ντόλτσα:              dolzo, πορτοκάλια γλυκά

ντόλτσε βίτα:    dolce vita (= γλυκιά ζωή), ο ευχάριστος βίος, η καλοπέραση

ντομάτα:             tomata, το φυτό ντοματιά και ο εδώδιμος καρπός του

ντόμινο:               domino, είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού

ντοτόρος:            dottore, γιατρός

ντουέτο:              duetto, τραγούδι για δύο φωνές, διωδία

ντούρος:              duro, σκληρός, άκαμπτος, γερός, ίσιος, ευθυτενής

ντους:   doccia, μπάνιο, πλύσιμο του σώματος με εξακόντιση νερού, ειδική υδραυλική εγκατάσταση στο χώρο του μπάνιου που εξακοντίζει νερό

ντούτσε:              duce, αρχηγός για το Μουσολίνι

ντρόγκα:             droga, ναρκωτική ουσία, το ναρκωτικό

ξαμολώ:               (am)mollare, απολύω, αποδεσμεύω, αφήνω ελεύθερο

οκαρίνα:             ocarina, μικρό πνευστό μουσικό όργανο

όκιο:      occhio (=μάτι), τα όκια, ανοίγματα κυκλικά στην πλευρά πλοίου στην περιοχή της πλώρης, από τα οποία περνά η αλυσίδα της άγκυρας

οκτέτο: ottetto, μουσική σύνθεση για οχτώ όργανα ή φωνές

ομπλιγκάτο:       obbligato (= υποχρεωτικό), ένδειξη που καθιστά υποχρεωτική την εκτέλεση συνοδευτικών μερών μιας σύνθεσης στην μουσική

όμποε:  oboe, είδος πνευστού μουσικού οργάνου, ο οξύαυλος

ομπρέλα:            ombrella, ελαφρό φορητό κατασκεύασμα για ατομική προφύλαξη από τη βροχή ή από τον ήλιο

όπερα μπούφα:               opera buffa (= κωμική όπερα), είδος κωμικής όπερας

όπερα σέρια:    opera seria (= σοβαρή όπερα), είδος ιταλικής όπερας που κυριάρχησε στην Ευρώπη τον 18ο αιώνα

όπερα: opera, σκηνικό έργο που βασίζεται σε κείμενο εξ ολοκλήρου μελοποιημένο

οπερέτα:             operetta, ελαφρό θεατρικό είδος με μουσικά μέρη και διαλόγους σε πεζό

οργανέτο:           organetto, μικρό μουσικό όργανο, η λατέρνα

ορντινάντσα:    ordinanza, στρατιώτης αποσπασμένος στην προσωπική υπηρεσία αξιωματικού

ορτανσία:           ortensia, είδος καλλωπιστικού φυτού

όρτσα:  orza, αντίθετα προς τη διεύθυνση του ανέμου

ορτσάρω:            orzare, οδηγώ ιστιοφόρο αντίθετα προς τη φορά του ανέμου

όστρια:                ostro, ο νότιος άνεμος

ούζο:     uso, αλκοολούχο ποτό που παρασκευάζεται από την απόσταξη τσίπουρων

ουνία:   unia, όρος για να δηλώσει τους Ορθόδοξους Χριστιανούς που αναγνώρισαν το πρωτείο του Πάπα στην Εκκλησία

ουρλιάζω:           urlare, βγάζω άγρια φωνή, ωρύομαι, σκούζω

πάγκα: banca, μπάγκα

πάγκος:                banco, μακρύ κάθισμα, χωρίς ράχη, στο οποίο μπορούν να καθίσουν πολλά άτομα μαζί

πακέτο:                pacchetto, δέμα από κάθε είδους πράγματα περιτυλιγμένα με χαρτί

πάκο:    pacco, δέμα, πακέτο

πάλα:    pala (= φτυάρι), το πλατύ τμήμα του κουπιού

παλάγκο:            palanco, σύστημα τροχαλιών για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα πλοίου, σύσπαστον

παλαμάρι:          palamaro, χοντρό σκοινί της πρύμνης για δέσιμο του πλοίου στη στεριά, κάλως

παλαμίζω:           spalmare (= πισσώνω, καλαφατίζω), επαλείφω πλοίο με μείγμα από πίσσα, λίπος και θειάφι

παλέτα:               paletta, πινακίδα όπου ο ζωγράφος ανακατεύει τα χρώματα, η χρωματική κλίμακα που χρησιμοποιεί καλλιτέχνης

παλιάτσος:         pagliaccio, μίμος πανηγυριών ή τσίρκων, γελωτοποιός

παλκοσένικο:    palcoscenico (= η σκηνή θεάτρου), το σανίδωμα της σκηνής του θεάτρου, η σκηνή του θεάτρου, η θεατρική τέχνη

παλτό:  palto, πανωφόρι

παντεσπάνι:      pan di Spagna (=ψωμί της Ισπανίας), είδος γλυκίσματος από αλεύρι, αβγά και ζάχαρη

παντιέρα:           bandiera, σημαία

παντο(ύ)φλα:   pantofola, αναπαυτικό υπόδημα που φοριέται στο σπίτι

παπαγάλος:       pappagallo, πουλί των θερμών χωρών με πολύχρωμο φτέρωμα, που μπορεί να επαναλαμβάνει έναρθρους ήχους, ψιττακός

παπαράτσι:        paparazzo, φωτορεπόρτερ, για γεγονότα πολιτικά, κοσμικά κτλ.

παπαρούνα:      papaverone, το φυτό μήκων η ροιάς, αγριολούλουδο με κατακόκκινα πέταλα

παράγκα:            baracca, ξύλινο παράπηγμα

παραμάνα:        paramano, είδος καρφίτσας ασφαλείας

παρασόλι:          parasole, ομπρέλα για προφύλαξη από τον ήλιο

παράτα:              parata, παρέλαση

παραφερνάλια:               parafernale, εξώπροικα, παράφερνα

παρκάρω:           parcare, σταθμεύω το αυτοκίνητο

πάρκο: parco, αλσύλλιο, μεγάλος δενδρόφυτος κήπος για περιπάτους

πάρλα: parla, φλυαρία, πολυλογία

παρλαμέντο:     parlamento, το κοινοβούλιο

παρλάρω:           parlare (=φλυαρώ), μιλώ, φλυαρώ

παρμεζάνα:       Parma, είδος ιταλικού τυριού

παρτέντζα:         partenza, αναχώρηση κυρίως για πλοία, απόπλους

πάρτη:  parte (= μέρος, μερίδιο), για πάρτη μου = για τον εαυτό μου

παρτιζάνος:       partigiano, εθελοντής μαχητής, που δεν ανήκει σε τακτικό στρατό, και αγωνίζεται για εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό ιδεώδες, επαναστάτης, αντάρτης

παρτιτούρα:      partitura, τετράδιο ή βιβλίο με τα μέρη μουσικής συνθέσεως γραμμένα σε πεντάγραμμο

πασαβιόλα:       bassa viola, όργανο σε σχήμα μεγάλου βιολιού, το βαθύχορδο

πασαμέντο:       passamento, πλαίσιο από σανίδες ή πλάκες στο κάτω μέρος των εσωτερικών τοίχων οικοδομής

πασαπόρτι:        passaporto, διαβατήριο

πασάρω:             passare, πασέρνω, εγχειρίζω, δίνω πάσα, μεταβιβάζω έντεχνα ή κρυφά

πασατέμπος:     passa – tempo, τα σπόρια

πασιέντσα:         pazienza (=υπομονή), είδος ατομικού παιχνιδιού με τραπουλόχαρτα, που έχει σκοπό μαντευτικό

πάσο:    passo (=βήμα, πέρασμα), βήμα

πάστα φλόρα:  pasta frolla (= ζύμη εύθρυπτη), είδος γλυκίσματος από ζύμη που επικαλύπτεται με μαρμελάδα

πάστα: pasta, ζυμαρικό, είδος γλυκίσματος των ζαχαροπλαστείων, πολτός από μείξη διαφόρων υλικών

παστέλι:              pastello, είδος γλυκίσματος από μέλι και σουσάμι

παστίλια:            pastiglia, φαρμακευτικό δισκίο, είδος καραμέλας

παστίτσιο:          pasticcio, είδος φαγητού με μακαρόνια, αβγά και κιμά

παστορέλα:       παστορέλα, είδος ποιμενικού ποιήματος

πατ:       patta (= εγκατάλειψη), σκακιστικός όρος που δηλώνει την ισοπαλία

πατατούκα:       patatucco, κοντό ανδρικό πανωφόρι από χοντρό μάλλινο ύφασμα

πατατράκ:          patatrac, ο θόρυβος που δημιουργείται από ένα σώμα όταν πέφτει, φασαρία, θορυβώδες επεισόδιο, φαλιμέντο

πατέντα:             patente, δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, δίπλωμα που παρέχει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος

Booking.com

πατίνα:                patina, στρώμα οξειδώσεως με πρασινωπό χρώμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια παλιών μεταλλικών αντικειμένων

πατρόνα:            patrona, η σύζυγος του οικοδεσπότη, οικοδέσποινα, ιδιοκτήτρια καταστήματος ή η σύζυγος του καταστηματάρχη

πατρονάρω:      patrono, κατευθύνω ή προστατεύω χωρίς να φαίνομαι

πείρος: piro, πίρος, ξύλινο πώμα ή στρόφιγγα βαρελιού

πελάγρα:            pellagra, είδος δερματικής νόσου που συνοδεύεται από πεπτικά και νευρικά φαινόμενα, μορφή αβιταμίνωσης, πελλάγρα

πέλος:   pelo, το χνούδι, το τρίχωμα υφάσματος, χαλιού, μοκέτας κτλ.

πένα:    penna (=φτερό), γραφίδα από φτερό ή μεταλλική

πέντολο:              pendolo, το εκκρεμές

περγαμό(ν)το:  bergamotto, το φυτό κίτριον το περγάμιον και ο καρπός του

πέργκολα:          pergola, μεταλλική ή ξύλινη κατασκευή που χρησιμεύει ως στήριγμα αναρριχητικών φυτών και δημιουργεί σκιερό υπόστεγο

περκάλι:              percale, είδος λεπτού μπαμπακερού υφάσματος

πέρλα:  perla, το μαργαριτάρι

περούκα:            perrucca, πρόσθετα τεχνητά μαλλιά, φενάκη

πεσκαδούρος:  pescatore, η αρπάγη της άγκυρας, σύσπαστο με την αρπάγη του οποίου στερεώνεται η άγκυρα του πλοίου

πεταλίδα:           patella, μαλακόστρακο που ζει κολλημένο στους βράχους

πετέχια:               petecchia, αιμορραγικές κηλίδες που εμφανίζονται στο δέρμα, χωρίς τραυματική αφορμή

πέτο:     petto, το μπροστινό τμήμα του γιακά ενός σακακιού, παλτού, πουκαμίσου, φορέματος, το οποίο αναδιπλώνεται πάνω στο θώρακα

πετροκαλαμίθρα:           pietra calamita, μαγνητική πέτρα που χρησιμοποιούσαν παλιότερα ως πυξίδα

πέτσα:  pezza, δέρμα, επιδερμίδα, λεπτό στρώμα, σχετικά σκληρό, που σχηματίζεται σε μια επιφάνεια, η κρούστα του γάλακτος, η κόρα του ψωμιού

πετσέτα:              pezzetta, κομμάτι από απορροφητικό ύφασμα που χρησιμοποιείται για το σκούπισμα μελών του σώματος μετά το πλύσιμο ή το στέγνωμα υγρών αντικειμένων

πετσί:    pezzo, δέρμα ανθρώπου ή ζώου

πιανίσιμο:           pianissimo, με πολύ αδύνατη ένταση, πολύ σιγά στη μουσική

πιανίστα(ς)/τρια:            pianista, ο καλλιτέχνης του πιάνου, αυτός που παίζει πιάνο

πιάνο:   piano (= σιγά), μεγάλο, πληκτροφόρο μουσικό όργανο, κλειδοκύμβαλο

πιανόλα:             pianola, μηχανικό πιάνο του οποίου τα πλήκτρα κινούνται με κατάλληλο μηχανισμό

πιάστρο:              piastra, νομισματική μονάδα της Τουρκίας και της Αιγύπτου, ίση με το 1/100 της τουρκικής και αιγυπτιακής λίρας

πιατέλα:              piattella, μεγάλο ρηχό πιάτο για σερβίρισμα

πιατέλο:              piattello, μικρό πιάτο

πιάτο:   piatto, σκεύος στο οποίο σερβίρεται φαγητό

πιάτσα:                piazza, πλατεία, αγορά, παζάρι

πιγκουΐνος:        pinguino, στεγανόποδο πτηνό των αρκτικών θαλασσών τρεφόμενο με ψάρια

πιένα:   piena (= γεμάτος), συρροή κόσμου σε θέατρο, συναυλία κτλ

πιετά:   pieta (=έλεος), στις εικαστικές τέχνες, η απεικόνιση της Παναγίας με το νεκρό Χριστό στα γόνατά της

πίκα:     picca (=αιχμή), σύμβολο χαρτιού της τράπουλας’ μπαστούνι, πείσμα, θυμός, γινάτι

πικάντικος:         piccante, που έχει ευχάριστα δριμεία γεύση

πικάρω:               piccare, πικαρίζω, πειράζω με λόγια ή πράξεις, πεισμώνω, ερεθίζω,

πικέτο: picchetto, είδος χαρτοπαίγνιου με 32 τραπουλόχαρτα

πίκο-:    piccolo>pico-, πρόθεμα το οποίο τιθέμενο πριν από το όνομα μονάδας μετρήσεως τη διαιρεί δι’ ενός τρισεκατομμυρίου

πίκολο: piccolo, μικρός πλαγίαυλος στη μουσική

πίλαστρο:           pilastro, πεσσός, παραστάδα

πιλότος:               piloto, πλοηγός, οδηγός αεροσκάφους

πινελάρω:           pennelare, βάφω με πινέλο

πινέλο: pennello, μικρό βουρτσάκι κατάλληλο για βάψιμο, χρωστήρας

πινό:      pino, η άκρη της κεραίας πλοίου

πίπα:     pipa, μικρός σωλήνας που χρησιμοποιείται για κάπνισμα

πιπιλίζω:              pipilare, ρουφώ με τα χείλη, βυζαίνω

πισίνα: piscina (= ιχθυοτροφείο), τεχνητή δεξαμενή για κολύμβηση

πιστόλα:              pistola, μεγάλο πιστόλι

πιστόνι:                pistone, κλείδα χάλκινου πνευστού οργάνου

πίτα:      pitta, είδος άζυμου ψωμιού, λαγάνα

πίτσα:   pizza, είδος ιταλικής πίτας, που καλύπτεται με ντομάτες, τυρί, ζαμπόν κτλ. και ψήνεται στο φούρνο

πιτσαρία:            pizzeria, κατάστημα που παρασκευάζει και σερβίρει πίτσες

πιτσικάτο:           pizzicato, παραγωγή ήχου από έγχορδα όργανα με νύξη των χορδών

πιτσιρίκα:           piccirillo, μικρό και ζωηρό παιδί

πιτσούνι:             piccione,  ο νεοσσός του περιστεριού, όμορφο κοριτσόπουλο

πίφερο:                piffero, ξύλινο πνευστό όργανο, είδος μικρού φλάουτου

πλαστελίνη:       plastilina, ευμάλακτη ύλη που χρησιμοποιείται για πλάσιμο

πλέμπα:               plebe, υρφετός, όχλος

πλεμπάγια:        plemaglia, πλέμπα

πλόσκα:               flaska, ξύλινο δοχείο για κρασί

πο(υ)νέντες/ης:               ponente (= δυτικός), δυτικός άνεμος, ζέφυρος

ποετάστρος:      poetastro, νεαρός αδέξιος στιχουργός

πόζα:     posa, φροντισμένη στάση που παίρνει κανείς προκειμένου να φωτογραφηθεί ή να χρησιμέψει ως μοντέλο ζωγράφου ή γλύπτη

ποζάρω:               posare, παίρνω ορισμένη στάση προκειμένου να φωτογραφηθώ ή να χρησιμέψω ως μοντέλο καλλιτέχνη

πολάκα:               polacca, παλιό ιστιοφόρο, εμπορικό πλοίο

πολιτικάντης:    politicante, άτομο επιτήδειο να εκμεταλλεύεται πολιτικές καταστάσεις ή γνωριμίες για προσωπικά του οφέλη

πολίτσια:             polizia, η αστυνομία

πολυθρόνα:       poltrona, αναπαυτικό κάθισμα με πλάτη και μπράτσα, για ένα άτομο

πόμολο:               pomolo, χερούλι πόρτας ή παραθύρου

ποντάρω:            pontare, βάζω σημάδι, καταθέτω χρηματικό ποσό σε νούμερο ή χαρτί, υπολογίζω, στηρίζομαι σε κάτι

ποπλίνα:              papalina, είδος βαμβακερού υφάσματος που μοιάζει, κατά τη στιλπνότητα, με μεταξωτό

ποπολάρος:       popolare, άνθρωπος του λαού

πορσελάνα:       porcellana, πορσελάνη, λευκό ορυκτό χρήσιμο στην κατασκευή εκλεκτών αντικειμένων κεραμευτικής, σκεύος, αγγείο από το ορυκτό αυτό

πορταμέντο:      portamento, τρόπος ομαλής και ευδιάκριτης μεταβάσεως από φθόγγο σε φθόγγο στη μουσική

πορτέλο:             portello, μικρή πόρτα

πορτιέρης/ισσα:              portiere, θυρωρός

πόρτο:  porto, λιμάνι

πορτοκάλι:         portogallo, ο καρπός της πορτοκαλιάς

πορτολάνα(ς):  portolano, ναυτικός χάρτης που περιέχει τις ακτές και τα λιμάνια κάθε περιοχής

πορτοφόλι:        portafogli, μικρή θήκη από δέρμα, ύφασμα ή πλαστικό που μεταφέρεται στην τσέπη και χρησιμεύει για την τοποθέτηση χρημάτων

πόστα:  posta, ταχυδρομείο

ποστάλι:              postale, πλοίο το οποίο μεταφέρει επιβάτες καθώς και αλληλογραφία και φορτία

ποστάρω:            postare, ποντάρω (για τυχερά παιχνίδια)

πόστο:  posto, θέση στην οποία εκτελεί κάποιος ορισμένη εργασία

ποτάσα:               potassa, ανθρακικό κάλιο, καυστικό κάλιο

πουμώνω:           pompare (= τρομπάρω), φουσκώνω

πουνέντες/ης:   ponente (= δυτικός), δυτικός άνεμος, ζέφυρος

πουνιάλι/ο:        pugnale (= ξιφίδιο), μαχαίρι, στιλέτο

πούντα:               punta, πνευμονικό κρυολόγημα

πούρο: puro tabacco di Havana (= καθαρός καπνός της Αβάνας), είδος τσιγάρου από περιτυλιγμένα φύλλα καπνού

πούρος:               puro, αμιγής, καθαρός

πουτάνα:            puttana, πόρνη, γυναίκα ανήθικη

πραγκαρόλι:      brancarella, αλιευτικό εργαλείο για το ψάρεμα καλαμαριών

πράτιγο:              pratica, ελεύθερη επικοινωνία με τους κατοίκους ενός τόπου έπειτα από άδεια υγειονομικής αρχής (για πλοίο και επιβάτες)

πρέζα:  presa, ποσότητα κονιοποιημένης ουσίας που παίρνεται με τον αντίχειρα και τον δείκτη, μικρή ποσότητα, ποσότητα ναρκωτικής σκόνης που ρουφιέται από τη μύτη

πρελούδιο:         preludio, πρελούντιο, σύντομο μουσικό κομμάτι ως εισαγωγή σε εκτενέστερη μουσική σύνθεση

πρεμούρα:         premura, βιασύνη, φούρια, ιδιαίτερος ζήλος

πρέσα: pressa, πιεστήριο, μηχάνημα για ισχυρή πίεση

πρέστο:                presto, η μέγιστη δυνατή ταχύτητα στην εκτέλεση μουσικού κομματιού

πρίμα βίστα:      prima vista, η εκτέλεση μουσικού κομματιού χωρίς προηγούμενη μελέτη

πρίμα:  prima, πριμαντόνα

πριμαντόνα:      prima donna (=πρώτη κυρία), υψίφωνος όπερας, πρωταγωνίστρια όπερας

πρίμο:   primo, η υψηλότερη φωνή σε διωδία ή χορωδία στη μουσική

πρίμος: primo (=πρώτος), ευνοϊκός, ούριος

πρόβα τζενεράλε:           η γενική δοκιμή πριν από την πρεμιέρα

πρόβα: prova, δοκιμή φορέματος, δοκιμαστική εκτέλεση μουσικού ή θεατρικού έργου

προβάρω:           provare, κάνω πρόβα, δοκιμάζω

προβέντζα:         ξαφνική μεταβολή του νότιου ανέμου σε σφοδρό βόρειο άνεμο, που συνοδεύεται, συνήθως, από αστραπές και βροντές

πρόζα:  prosa, πεζός λόγος, έργο γραμμένο σε πεζό λόγο, πεζότητα

προσ(ι)ούτο:     prosciutto, είδος αλλαντικού, κρέας από μηρό χοίρου αλατισμένο και καπνιστό

προστυχάντζα: πρόστυχος + anza, πρόστυχος άνθρωπος ή πρόστυχο εμπόρευμα

προτεστάντης/ισσα:      protestante, πιστός που ανήκει στην εκκλησία των διαμαρτυρομένων

 

Ιταλικές Λέξεις στο Ελληνικό Λεξιλόγιο

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *