Αραβικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

Αραβικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

αγιάρι  ayar       ακριβής λειτουργία μηχανήματος ή ζυγού | έλεγχος της λειτουργίας μηχανήματος | χωρητικότητα αγγείου

άλγεβρα

άλγεβρα

άλγεβρα              aldjabr  κλάδος των μαθηματικών που ερευνά τις σχέσεις και τις ιδιότητες των αριθμών, χρησιμοποιώντας γενικά σύμβολα

αλκοόλ                 οινόπνευμα

αλχημεία            al-kimiya              η χημεία του μεσαίωνα, που επιζητούσε να μεταβάλει τα κοινά μέταλλα σε χρυσάφι

αμιράς amir       μουσουλμάνος ηγεμόνας

αράπης/ίνα/ίσσα           Arab      εκείνοι που έχουν μαύρο χρώμα) και αραπάδες (= οι ντόπιοι κάτοικοι της Αιγύπτου) που ανήκει στη μαύρη, την αιθιοπική φυλή

ατλάζι  atlas       γυαλιστερό, ολομέταξο ύφασμα

βεδουίνα/ος      beduin  πλάνης των αφρικανικών κ. αραβικών ερήμων

γάιδαρος/α       gaidar    όνος

δράμι    dirhem παλιά μονάδα βάρους ίση με το 1/400 της οκάς | ελάχιστη ποσότητα

εγίρα                    η φυγή του Μωάμεθ από τη Μέκα και η εγκατάστασή του στη Μεδίνα το 622 μ.Χ., από όπου αρχίζει και το μουσουλμανικό ημερολόγιο

ελιξίριο                al iksir    (= λίθος της γνώσεως) αρασκεύασμα των αλχημιστών με θαυματουργές, τάχα, ιδιότητες

ζαγάρι  sakar     κυνηγόσκυλο

ζάρι       azzahar μικρός κοκάλινος ή πλαστικός κύβος με μαύρες κουκκίδες στις πλευρές από 1 ως 6, που χρησιμοποιείται σε τυχερά παιχνίδια

ίασμος  yasemin               γιασεμί

ισλάμ    islam      η θρησκεία και ο πολιτισμός των μουσουλμάνων

καραβάνι            kirvan    ομάδα προσκυνητών ή εμπόρων που οδοιπορούσαν με καμήλες ή υποζύγια | ομάδα ταξιδιωτών που μετακινούνται σε μακρινές αποστάσεις

κάφρος                Kafir       απολίτιστος, άξεστος

κελεμπία             kelebia μακρύ γαλάζιο ή λευκό πουκάμισο που φορούν οι Άραβες

κόπτης/τρα        köpt       Χριστιανός μονοφυσίτης

κουλουβάχατα kullu – wahad     άνω κάτω

κουσκούσι          kuskus  είδος ζυμαρικού

λαζούρι               lazawald               ημιπολύτιμος λίθος κυανού χρώματος

λαμπίκος             al-ambik               ο αποστακτήρας, διυλιστήριο | καθετί διαυγές και καθαρό

λουλάκι               lilak        χρωστική ουσία γαλάζια, που βγαίνει από το τροπικό φυτό ινδικόν

μανουσάκι                         τα φυτά ίον το εύοσμον και νάρκισσος ο κυπελλοφόρος

Booking.com

μόκα     Moka    εξαιρετικός αραβικός καφές

μομία                    πτώμα βαλσαμωμένο, μούμια

μουλάς                 τίτλος μουσουλμάνων ιερωμένων

ναδίρ    nadhir   το σημείο όπου η κατακόρυφος, που περνάει από τον παρατηρητή, συναντά προς τα κάτω τον ουράνιο θόλο

νάκαρα                                διπλά τύμπανα των Βυζαντινών που τα έπαιζαν οι καβαλάρηδες στις στρατιωτικές και άλλες παρελάσεις

νούφαρο            noufar  υδρόβιο καλλωπιστικό φυτό, νυμφαία

ουρί       huri        ωραία γυναίκα στον μωαμεθανικό παράδεισο προορισμένη για την τέρψη των καλών μουσουλμάνων

ρεμπάμπ             rebab    είδος μουσικού οργάνου, αραβικής προελεύσεως, συν. με τρεις χορδές

ρουμπαγιάτ       rubaiyat               ονομασία περσικών τετράστιχων λυρικών ποιημάτων

σαφάρι                safora   ομαδικό κυνήγι άγριων ζώων στην Αφρική

σερίφης               sharif     1.  τίτλος ευγενών μουσουλμάνων. 2. αιρετός αξιωματούχος με περιορισμένη δικαστική εξουσία

σιίτης                    οπαδός του σιισμού

σιναμική              sinai-meki           καθαρτικό φάρμακο από φύλλα κασίας

σούνα   sunnah η μουσουλμανική ορθοδοξία που, σύμφωνα με την παράδοση, στηρίζεται, αναφέρεται στα λόγια και τα έργα του Μωάμεθ

σουφισμός         souf       μυστικιστικός ασκητισμός του ισλαμισμού

ταμάμ   tamam  ακριβώς όμοια, σωστά | στην κατάλληλη στιγμή

τζίνι       jinni       δαιμονικό πνεύμα της αραβικής μυθολογίας, που μπορεί να παίρνει τη μορφή ανθρώπου ή ζώου | άνθρωπος δαιμόνιος

τζίφος  zife         άγονη προσπάθεια, αποτυχία

τζιχάντ jihad      θρησκευτικός πόλεμος, ή πόλεμος για τη διάδοση ή υπεράσπιση του Ισλάμ

τσαντόρ                               μαντίλα που φορούν οι μουσουλμάνες και καλύπτουν το κεφάλι και το πρόσωπό τους

τσόφλι djefl       κέλυφος | φλούδα καρπού

φακίρης/ίσσα   faqîr       ινδός ασκητής ικανός να εκτελεί διάφορα τεχνάσματα

φαρί     faras      άλογο

χαλίφης               khalifa   τίτλος των διαδόχων του προφήτη Μωάμεθ στην πολιτική και θρησκευτική αρχηγία του Ισλάμ

χαμσίνι                khamsin               ορμητικός και θερμός άνεμος της Αιγύπτου

χαντάκι                khandaq              μικρή τάφρος, φυσική ή τεχνητή

χάντρα                 μικρό σφαιρικό κομμάτι από γυαλί ή άλλη ύλη, με τρύπα στο κέντρο απ’ όπου μπορεί να περάσει κλωστή

 

 

Αραβικές Λέξεις στην Ελληνική Γλώσσα

5 Σχόλια

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *