Μουσικά Όργανα

Μουσικά Όργανα

ακορντεόν:        μουσικό όργανο με πλήκτρα

αρμόνικα:           είδος πνευστού μουσικού οργάνου

αρμόνιο:             μουσικό όργανο πληκτροφόρο, παρόμοιο με το κλειδοκύμβαλο

άρπα:   έγχορδο μουσικό όργανο τριγωνικού σχήματος, που παίζεται με τα δάχτυλα και των δύο χεριών

ασυντόνιστος:  (για μουσικό όργανο) που δεν έχει συντονιστεί, που δεν κουρδίστηκε στον ίδιο τόνο

αυλός:  πνευστό μουσικό όργανο, φλογέρα

βαθύφωνο:        ξύλινο, πνευστό μουσικό όργανο

βαθύχορδο:       έγχορδο μουσικό όργανο, κοντραμπάσο

βάρβιτος:            έγχορδο μουσικό όργανο των αρχαίων, παρόμοιο με τη λύρα, η λύρα, το βιολοντσέλο και το λαούτο

βαρύαυλος:       ξύλινο, πνευστό μουσικό όργανο, το φαγκότο

βιμπράφωνο:    κρουστό μουσικό όργανο αποτελούμενο από λεπτά χαλύβδινα ελάσματα που πάλλονται καθώς τα χτυπά ο μουσικός με ειδικές μπακέτες

βιολί:    τετράχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι

βιολοντσέλο:     έγχορδο μουσικό όργανο, μεγάλο βιολί, το βαθύχορδο

γιουκαλίλι:         τετράχορδο μουσικό όργανο, όμοιο με κιθάρα, των νησιών της Χαβάης, ά. χαβανέζικη κιθάρα

γκάιντα:              λαϊκό, πνευστό μουσικό όργανο που αποτελείται από δερμάτινο ασκό, δύο αυλούς και το επιστόμιο, ο άσκαυλος

δίχορδος:            για μουσικό όργανο, που έχει δύο χορδές

εκκλησιαστικό όργανο:                μεγάλο μουσικό όργανο αποτελούμενο από αυλούς που είναι διατεταγμένοι κατά σειρές και γεμίζουν με αέρα υπό πίεση από φυσητήρες· οι μουσικοί φθόγγοι παράγονται με τη χρήση πληκτρολογίου και ποδόπληκτρων, με την πίεση των οποίων ανοίγουν οι βαλβίδες και επιτρέπεται η είσοδος του αέρα στους αυλούς

ευθύαυλος:        πνευστό μουσικό όργανο, το κλαρίνο

ζουρνάς:              λαϊκό μουσικό όργανο, είδος κλαρίνου

κανονάκι:           μουσικό όργανο, είδος σαντουριού

καραμούζα:       πνευστό μουσικό όργανο με διαπεραστικό ήχο

κεράτιο:              πνευστό μουσικό όργανο, το κορνέτο

κιθάρα:                μουσικό όργανο με έξι χορδές

κινύρα:                μουσικό όργανο με δέκα χορδές

κλαρινέτο:          ξύλινο, πνευστό μουσικό όργανο

κλειδοκύμβαλο:               έγχορδο μουσικό όργανο πληκτροφόρο, το πιάνο

κορνέτα:             είδος σάλπιγγας, πνευστού μουσικού οργάνου, σε σχήμα μικρού κέρατος

κορνέτο:              πνευστό μουσικό όργανο, μικρότερων διαστάσεων από την τρομπέτα αλλά με υψηλότερη τονική έκταση

κόρνο:  πνευστό μουσικό όργανο | η σάλπιγγα

κύμβαλο:            είδος κρουστού μουσικού οργάνου που αποτελείται από δύο χάλκινους υπόκοιλους δίσκους

λαβούτο:             έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο, λαγούτο, λαούτο

λατέρνα:             λαϊκό μουσικό όργανο φορητό, που παίζεται με στρόφαλο

λύρα:    αρχαιοελληνικό έγχορδο, μουσικό όργανο, συν. με επτά ή εννέα χορδές, και παιζόταν με τα δάχτυλα ή με ειδικό πλήκτρο | έγχορδο μουσικό όργανο του 16ου – 18ου αι. που έμοιαζε με βιολί και παιζόταν με δοξάρι | έγχορδο λαϊκό, μουσικό όργανο, με τρεις έως εννέα χορδές που παίζεται με δοξάρι

μαντολίνο:         έγχορδο μουσικό όργανο, με τέσσερις διπλές χορδές

μονόχορδος:      (για μουσικό όργανο) που έχει μια μόνο χορδή

μπαγλαμάς:       είδος έγχορδου λαϊκού μουσικού οργάνου

μπαλαλάικα:     έγχορδο μουσικό όργανο των Ρώσων

μπάντζο:              έγχορδο μουσικό όργανο

μπασαβιόλα:     μουσικό όργανο, το βαθύχορδο

μπουζούκι:         έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο

νάβλα: είδος φοινικικού ή κατ’ άλλους εβραϊκού μουσικού οργάνου με δέκα ή δώδεκα χορδές

νταούλι:              παραδοσιακό μουσικό όργανο που μοιάζει με μεγάλο τύμπανο, αποτελείται από ξύλινο κύλινδρο, οι βάσεις του οποίου είναι καλυμμένες από δέρμα τεντωμένο, παίζεται με δύο ειδικά ξύλινα πλήκτρα και βγάζει χαρακτηριστικό βροντερό ήχο

ντέφι:   κρουστό μουσικό όργανο, είδος μικρού τυμπάνου με χάλκινα κύμβαλα

ντραμς:                κρουστό μουσικό όργανο αποτελούμενο από κοίλο κύλινδρο που επενδύεται με δέρμα και το οποίο χτυπά ο παίκτης με ράβδο ή με τα χέρια

ξυλόφωνο:         είδος κρουστού μουσικού οργάνου που αποτελείται από ξύλινες πλάκες που κρούονται με ραβδάκια τα οποία φέρουν κεφαλές από μαλακό ή σκληρό υλικό που επηρεάζει τη χροιά του ήχου

οκαρίνα:             μικρό πνευστό μουσικό όργανο

όμποε:  είδος πνευστού μουσικού οργάνου, ο οξύαυλος

οργανέτο:           μικρό μουσικό όργανο | η λατέρνα

ούτι:      έγχορδο μουσικό όργανο, είδος λαούτου

οφικλείδα:         χάλκινο πνευστό μουσικό όργανο

πιάνο:   μεγάλο, πληκτροφόρο μουσικό όργανο, κλειδοκύμβαλο

πίπιζα:  ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο με οξύ ήχο

πλαγίαυλος:      πνευστό μουσικό όργανο σε σχήμα αυλού, το φλάουτο

ρεμπάμπ:            είδος μουσικού οργάνου, αραβικής προελεύσεως, συν. με τρεις χορδές

ρομβία:                είδος έγχορδου μουσικού οργάνου που χρησιμοποιείται από πλανόδιους μουσικούς

σάζι:      είδος ανατολίτικου μουσικού οργάνου, με απιοειδές σχήμα, μακρύ βραχίονα και τρία ζεύγη χορδώ

σάλπιγγα:           μετάλλινο πνευστό μουσικό όργανο, τρομπέτα

σάλπιγγα:           μετάλλινο πνευστό μουσικό όργανο, τρομπέτα

σάλπιγγα:           μετάλλινο πνευστό μουσικό όργανο, τρομπέτα

σαντούρι:           είδος έγχορδου ανατολίτικου μουσικού οργάνου

σαξόφωνο:         είδος πνευστού μουσικού οργάνου

σείστρο:              μικρό μουσικό όργανο με κουδουνάκια που χρησιμοποιούσαν οι αρχ. Αιγύπτιοι

σινθεσάιζερ:      ηλεκτρονικό μουσικό όργανο με πλήκτρα, που έχει τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, να παράγει μεγάλο αριθμό διαφορετικών ήχων οι οποίοι αποτελούν απομιμήσεις των ήχων που παράγουν άλλα όργανα

σιτάρ:   έγχορδο μουσικό όργανο των Ινδών που το ηχείο του κατασκευάζεται από ξερό κολοκύθι

ταμ ταμ:              είδος ξύλινου τυμπάνου που χρησιμοποιείται στην Αφρική ως μουσικό όργανο και για τη μετάδοση των μηνυμάτων

ταμπουράς:       έγχορδο λαϊκό μουσικό όργανο με αχλαδόσχημο ηχείο και μακρύ βραχίονα

ταμπούρλο:       κρουστό μουσικό όργανο αποτελούμενο από ξύλινο κύλινδρο του οποίου οι παράλληλες βάσεις φέρουν δέρμα τεντωμένο που κρούονται με δύο ξύλινες μπαγκέτες | μικρό τύμπανο

τούμπα:               είδος μεγάλου χάλκινου πνευστού μουσικού οργάνου

τρίγωνο:              μεταλλικό μουσικό όργανο με τριγωνικό σχήμα

τρίχορδος:          μουσικό όργανο με τρεις χορδές

τρομπέτα:           είδος πνευστού μουσικού οργάνου, τρουμπέτα

τσαμπούνα:       είδος πνευστού μουσικού οργάνου από ασκό, γκάιντα

τσέμπαλο:          έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με πλήκτρα

τύμπανο:             κρουστό μουσικό όργανο αποτελούμενο από τεντωμένο δέρμα σε πλατιά στεφάνη, ταμπούρλο, νταούλι

φαγκότο:            είδος πνευστού μουσικού οργάνου, ο βαρύαυλος

φλάουτο:            πνευστό μουσικό όργανο, ο πλαγίαυλος

φλογέρα:            πνευστό μουσικό όργανο, ποιμενικός αυλός

φόρμιγγα:          αρχαίο μουσικό όργανο, είδος κιθάρας

φυσαρμόνικα:  μουσικό όργανο με φυσητήρα και σειρά μεταλλικών γλωσσίδων, καθεμιά από τις οποίες παράγει διαφορετικό τόνο

Μουσικά Όργανα

3 Σχόλια

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *