Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά

Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά

latinikes-lekseis-sta-ellinika

καβαλικεύω caballico ανεβαίνω σε άλογο ή άλλο υποζύγιο, ξέρω ιππασία
καβαλάρης/ισσα caballarius ιππέας, έφιππος
καβάλα caballus η ιππασία, το ιππικό
καβαλίνα caballinus η κοπριά του αλόγου και των άλλων υποζυγίων
καγκελάριος cancellarius τίτλος του πρωθυπουργού ή του υπουργού εξωτερικών σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες
κάγκελο cancellum σιδερένιο περίφραγμα, κιγκλίδωμα
καζουιστικός casus αναφερόμενος σε διάφορες περιπτώσεις της πρακτικής ζωής
καίσαρας caesar τίτλος Ρωμαίων αυτοκρατόρων
καλαμάρι calamaria μελανοδοχείο, κεφαλόποδο μαλάκιο
κάλαντα calendae εθιμικά τραγούδια, που τα τραγουδούν παιδιά κατά τις παραμονές των μεγάλων γιορτών
καλαντάρι calendarium ημερολόγιο, ημεροδείκτης, καλενδάριον
καλένδες calendae στους Ρωμαίους, η πρώτη μέρα κάθε μήνα
κάμαρα camara δωμάτιο, κάμαρη
Booking.com
καμβάς canava αραιά πλεγμένο χοντρό ύφασμα για κεντήματα
κάμερα camara δωμάτιο
καμπάνα campana κοίλο μεταλλικό αντικείμενο με πλατύ άνοιγμα από κάτω, το οποίο, όταν χτυπά τα τοιχώματά του το μεταλλικό γλωσσίδι που κρέμεται στο εσωτερικό του, αναδίδει παλμώδη ήχο
καμπαναριό campanarium πυργίσκος εκκλησίας στην οροφή του οποίου είναι κρεμασμένη ή κρεμασμένες οι καμπάνες, κωδωνοστάσιο
κάμπος campus πεδιάδα
κανάλι canalis αυλάκι, διώρυγα, οχετός
κανάτα cannata πλατύστομο δοχείο από πηλό, γυαλί ή πορσελάνη, για νερό ή κρασί
κάνουλα cannula ξύλινος ή μεταλλικός σωλήνας με στρόφαλο για την εκροή υγρού
καντήλα candela κρεμαστό λυχνάρι στις εκκλησίες και στα εικονοστάσια των σπιτιών
κάπα cappa χοντρό πανωφόρι των χωρικών, γυναικείο πανωφόρι, φαρδύ και μακρύ, χωρίς μανίκια, είδος μπέρτας
καπίστρι capistrum το χαλινάρι των υποζυγίων
καπούλι scapula τα οπίσθια των μεγάλων τετράποδων
κάρβουνο carbo μαύρο ορυκτό που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη, άνθρακας, απανθρακωμένο ξύλο
καρδινάλιος cardinalis τίτλος ανώτερων κληρικών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας
καρένα carina το κατώτερο μέρος του σκελετού του πλοίου, η τρόπιδα, καρίνα
κασίδα cassis πάθηση του τριχωτού της κεφαλής που χαρακτηρίζεται από τριχόπτωση
κάστα castus κοινωνική τάξη, ομάδα, συνήθως κλειστή, ατόμων που διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο, πολιτικό, επαγγελματικό, εθνικό
κάστρο castrum φρούριο
κατσί cattus το γατάκι
κατσούλα casula κωνικό κάλυμμα της κεφαλής, σκούφια, κουκούλα
καφέα coffea  φυτό της οικογένειας των ρουβιιδών που δίνει τον καφέ
κάψα capsa θήκη, στερεό περίβλημα
καψούλα capsula μικρή θήκη από ζύμη ή ζελατίνα για τα φάρμακα που έχουν δυσάρεστη γεύση
κβάντα quantum η στοιχειώδης ποσότητα εκπεμπόμενης ακτινοβολίας
κελί cella θάλαμος, δωμάτιο μοναχού σε μοναστήρι, δωμάτιο φυλακισμένου
κι/στέρνα cisterna δεξαμενή για τα νερά της βροχής
κιρκαδιανός circum + dies αναφερόμενος στο βιολογικό ρυθμό με περίοδο το ημερονύχτιο, κιρκάδιος
κιρκάνιος cicrum + annus ο αναφερόμενος σε βιολογικό ρυθμό με περίοδο ένα έτος
κίτρο citrus ο καρπός της κιτριάς
κίτρος citrus γένος εσπεριδοειδών φυτών
κλάπα clava ξύλο ή έλασμα που συνδέει δύο ή περισσότερες σανίδες
κλάση classis σύνολο ατόμων ή πραγμάτων που αποτελούν μέρος όλου, τάξη
κλασικός classicus που ανήκει στην ανώτατη τάξη, επιφανής, άριστος
κλεισούρα clausura στενή διάβαση ανάμεσα σε βουνά ή σε δύσβατους τόπους
κολάστρα colostrum το πρώτο γάλα μετά τον τοκετό, πρωτόγαλα
κολέγιο collegium τύπος σχολής μέσης εκπαιδεύσεως, συνήθως με οικοτροφείο
κολεκτίβα collectivus ένωση εργατών σύμφωνα με το σοσιαλιστικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα, κολεχτίβα
κολίγας collega ο καλλιεργητής ξένου κτήματος ή βοσκός ξένου κοπαδιού, που μοιράζεται τα προϊόντα με τον ιδιοκτήτη, συνεταίρος, κολίγος
κόμης comes τίτλος ευγενείας, κόντες
κομισάριος commissarius επίτροπος
κόμισσα comes τίτλος ευγενείας, κόντες
κομουνίζω communis ρέπω προς τον κομουνισμό, συμπαθώ τις κομουνιστικές θεωρίες
κόμπρα cobra είδος φαρμακερού φιδιού
κόνικλος cuniculus κουνέλι
κονκλάβιο conclave αίθουσα συνεδριάσεως των καρδιναλίων, το συνέδριο των καρδιναλίων για την εκλογή νέου πάπα
κονκορδάτο concordatum συνθήκη μεταξύ πάπα και κοσμικής εξουσίας για θρησκευτικές υποθέσεις
κονσόρτσιουμ consortium σύμπραξη επιχειρήσεων για κοινή δράση, σύμπραξη τραπεζών για τη χορήγηση δανείων σε χώρες, επιχειρήσεις κτλ. ή τη διενέργεια ορισμένων εργασιών
κοοπτάτσια cooptatio μέθοδος εκλογής μελών με την ψήφο των ήδη μελών
κοράλλι corallum ζωόφυτο της θάλασσας
κόρδα chorda χορδή μουσικού οργάνου, νεύρο, κόρντα
κορόνα corona στέμμα, διάδημα ηγεμόνα, εθνόσημο, θυρεός
κουβέντα conventus ομιλία, συνομιλία, συνδιάλεξη
κουβούκλιο cubiculum μικρός θόλος που στηρίζεται σε λεπτές κολόνες
κούκλα cuculla μικρό ομοίωμα ανθρώπου
κουκούλα cuculla καλύπτρα της κεφαλής
κουλτούρα cultura  πνευματικός πολιτισμός, καλλιέργεια, μόρφωση, πνευματική ανάπτυξη
κουμάρι cucuma πήλινο αγγείο νερού, κανάτι
κουμούλος/α cumulus σωρός
κούπα cupa μεγάλο ποτήρι, χαρτί της τράπουλας με κόκκινο σύμβολο σε σχήμα καρδιάς
κούρβα curva πόρνη
κούρβουλο curvus  ξερό κλήμα, κατάλληλο για καύσιμη ύλη
κουρέλι corellum κομμάτι από πολύ παλιό ύφασμα, φθαρμένο ρούχο
κούρμπα currus καμπή, καμπύλη
κουρσεύω cursus ενεργώ πειρατική καταδρομή, λεηλατώ, λαφυραγωγώ
κουρτίνα cortina ύφασμα που κρεμιέται από σταθερή βάση μπροστά σε παράθυρο ή πόρτα, παραπέτασμα
κουστωδία custodia στρατιωτική ή αστυνομική φρουρά, συνοδεία, ακολουθία
κούτρα scutra μέτωπο, κούτελο, κεφάλι
κρεβάτι grabatus είδος επίπλου με στρώμα, στο οποίο κοιμάται ή αναπαύεται κάποιος, κλίνη
κρεματόριο crematorium κλίβανος για την αποτέφρωση νεκρών
κρούστα crusta στερεοποιημένη επιφάνεια ουσίας, η πέτσα, η κόρα, το κάκαδο πληγής
κώδικας codex σύνολο χειρογράφων σε πάπυρο, περγαμηνή ή χαρτί σε σχήμα βιβλίου
κωδίκελος codicillus έγγραφο που συμπληρώνει ή τροποποιεί διαθήκη
λάβαρο labarum είδος σημαίας των Ρωμαίων και των Βυζαντινών
λάβδανο la(v)danum οπιούχο φάρμακο, κατευναστικό για τους κοιλιακούς πόνους, λάβντανο
λάκα lacca ύλη φυτική από δένδρα της Άπω Ανατολής με την οποία διακοσμούνται ή βάφονται πολυτελή αντικείμενα
λακέρδα lacerta κομμάτια παλαμίδας διατηρημένα σε άρμη
λανάρα/ι lanarius εργαλείο για το ξάσιμο του μαλλιού
λάπαθο lapathum ποώδες φαγώσιμο φυτό, λάπατο
λαράριο lararium το ιερό και η κατοικία των Λαρήτων, προστατευτικών θεοτήτων της ρωμαϊκής θρησκείας
λαρδί lar(i)dum χοιρινό λίπος παστό ή καπνιστό
λατέξ latex ο γαλακτώδης χυμός κομμιοφόρων δέντρων, λατικόν
λατίνι alatus τριγωνικό πανί, πλοίο που φέρει τέτοια πανιά
λατιφούντιο latifundium μεγάλο αγρόκτημα
λεγάτος legatus πρεσβευτής του Πάπα
λεγεώνα legio στρατιωτικό σώμα των αρχ. Ρωμαίων, που αποτελούνταν από 6.000 άνδρες
λεγεωνάριος legionarius οπλίτης λεγεώνας
λέκτορας lector στην καθολική εκκλησία, αναγνώστης, πανεπιστημιακός δάσκαλος
λεοπάρδαλη leopardus σαρκοβόρο θηλαστικό ζώο από τα αιλουροειδή, λεόπαρδος
λεύγα leuga μονάδα μετρήσεως μήκους, ίση με πέντε χιλιόμετρα περίπου ή τρία ναυτικά μίλια
λίβελος libellus δυσφημιστικό ή υβριστικό δημοσίευμα
λίβρα libra μέτρο βάρους και χωρητικότητας με ποικίλες τιμές κατά τόπους και εποχές, λίμπρα
λίμπιντο libido ζωτική ορμή που αποτελεί την πρωτογενή αιτία κάθε ανθρώπινης ενέργειας και εκδηλώνεται, κυρίως, με τον ερωτισμό
λιξούρης lixa λαίμαργος, λιχούδης
λογάριθμος logarithmus μαθηματική έννοια σχετική με τον εκθέτη δυνάμεως
λουκάνικο lucanicum είδος αλλαντικού
λουξ lux μονάδα φωτισμού επιφανείας του διεθνούς μετρικού συστήματος
λουρί lorum στενή δερμάτινη ζώνη για διάφορες χρήσεις, λωρίον
λουρίδα lorum στενή ταινία από δέρμα, ύφασμα, χαρτί | στενό και μακρύ τμήμα μιας επιφάνειας, λώρος
λουρίκι lorica μεταλλικός θώρακας των στρατιωτών στο Βυζάντιο
μάγιστρος magister το ανώτατο αξίωμα της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας στο Βυζάντιο, που πολύ συχνά συνδυαζόταν και με άλλο αξίωμα
μάγκας mango άτακτος στρατιώτης κατά την επανάσταση του 1821, αλήτης, καταφερτζής, νταής
μάγουλο magulum το πλάγιο μέρος του προσώπου, η παρειά
μαικήνας Maecenas πλούσιος προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών ή ορισμένου καλλιτέχνη, λογίου κτλ
μακαρονικός macaronicus για συγγραφέα, που μεταχειρίζεται μακαρονισμούς (χρησιμοποίηση εξεζητημένων ή αδόκιμων αρχαϊσμών)
μακεδονήσι macedonense ο μαϊντανός
μακελάρης/ισσα macellarius σφαγέας ζώων, κρεοπώλης
μακελειό macellum σφαγείο
μάνικα manicae-arum μακρύς υδροσωλήνας από καουτσούκ ή ύφασμα
μανίκι manica το μέρος του φορέματος που περιβάλλει τα χέρια, χειρίς
μανουάλι manuale μεγάλο κηροπήγιο των χριστιανικών ναών
μαντάτο mandatum άγγελμα, είδηση
μαντίλι mantelium μικρό τετράγωνο ύφασμα για καθάρισμα των ματιών, της μύτης | καλύπτρα της κεφαλής των γυναικών, κεφαλόδεμα
μαξιλάρι maxilla το προσκέφαλο
μαξιμαλισμός maximum απόδοση, σε πράξη ή ιδέα, της μεγαλύτερης δυνατής αξίας, του μεγαλύτερου βαθμού σπουδαιότητας, η αναγωγή στο μάξιμουμ
μάξιμουμ maximum το μέγιστο όριο
μάπα mappa το λάχανο, υβριστικά πρόσωπο, φάτσα
μάργα marga είδος ιζηματογενούς πετρώματος
μαργέλι margellum κράσπεδο, χείλος
μαρκησία/ος marquis τίτλος ευγενείας στους Ευρωπαίους
μαρούλι amarula είδος λαχανικού, θρίδαξ ο ήμερος
Μάρτιος Martius Mars θεός του πολέμου στον οποίο ήταν αφιερωμένος ο μήνας αυτός
μάσκα masca προσωπίδα, έκφραση του προσώπου
μάστορας/ισσα magister μάστορης, αρχιτεχνίτης που διευθύνει εργάτες στην εργασία τους
ματεριαλισμός materialismus κοσμοθεωρία που δέχεται ως μοναδική ουσία των όντων την ύλη, ο υλισμός
ματρόνα matrona οικοδέσποινα | (κυρ.) ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής, η μαντάμ
ματσόλα mateola ξύλινη δικέφαλη σφύρα
μεδούλι medulla ο μυελός των οστών
μεμβράνα membrana μεμβράνη, κατεργασμένο λεπτό δέρμα ζώου για ποικίλες χρήσεις, λεπτός, ευλύγιστος ιστός, υμένας
μέντιουμ medium πρόσωπο που χρησιμεύει ως φορέας πνευματιστικών ή μεταψυχικών φαινομένων
μεσάλι mensalium τραπεζομάντιλο
μέσο medium κάθε τμήμα ενός συστήματος για τη μετάδοση πληροφοριών
μητάτο metatum ποιμενική εγκατάσταση ως θερινό κατάλυμα
μίλι milia μονάδα μήκους μεγάλων αποστάσεων, διαφορετική κατά χώρες και εποχές: το αγγλικό μίλι είναι ίσο με 1.610 μ. περίπου, το ναυτικό με 1.852 μ
μιλι- milli- πρόθεμα που χρησιμοποιείται διεθνώς στο σύστημα μονάδων μέτρησης, και δηλώνει το ένα χιλιοστό της μονάδας μπροστά από την οποία τίθεται
μίνιμουμ minimum το ελάχιστο όριο, ο κατώτατος βαθμός
μίνιο minium χρωστική ουσία έντονα κόκκινη, αποτελούμενη από οξείδια του μολύβδου και άλλων μετάλλων
μισεύω missum αποδημώ, ξενιτεύομαι
μνημούρι memorium τάφος, μνήμα
μόδι modius μέτρο χωρητικότητας σιτηρών και γεν. ξηρών καρπών (ίσο με 8,75 λίτρα)
μορατόριουμ moratorium πρόσκαιρη αναστολή ενεργειών κατόπιν επίσημης συμφωνίας
μοργανατικός matrimonium ad ο μεταξύ συζύγου από βασιλική γενιά και κοινής θνητής, κατά τον οποίο ούτε η σύζυγος ούτε τα παιδιά της κληρονομούν τους τίτλους του συζύγου
μοστράρω mostrare επιδεικνύω, εμφανίζω
μούλα mula θηλυκό μουλάρι
μουλάρι mulus ζώο που προέρχεται από τη διασταύρωση γαϊδάρου και φοράδας, ημίονος
μούλος mulus ο γεννημένος από μη νόμιμο γάμο, νόθος, μπάσταρδος
μούργα amurca κατακάθι λαδιού ή κρασιού
μουρντάρης merda άνθρωπος βρομερός, ακόλαστος
μουρούνα morrhua το ψάρι γάδος ο ονίσκος
μούσκλι musculus ονομασία διαφόρων ειδών βρύων, μούσκλο
μούσκουλο musculus το μυώδες μέρος του σώματος των θηλαστικών, ο μυς
μούστος mustum ο χυμός από τα πατημένα σταφύλια, το γλεύκος
μπάκα bac(c)a η κοιλιά | διόγκωση του στομάχου ή της κοιλιάς
μπιζ bis επιφώνημα ακροατών που εκφράζει την επιδοκιμασία και ζητεί από τους ηθοποιούς, μουσικούς ή τραγουδιστές να επαναλάβουν την εκτέλεση κομματιού
μπιζάρω bis ανακαλώ στη σκηνή ηθοποιούς, μουσικούς κτλ. για να επιδοκιμάσω ξανά με το χειροκρότημα την απόδοσή τους
μπινιάρης binarius ο δίδυμος
μπις bis πιφώνημα ακροατών που εκφράζει την επιδοκιμασία και ζητεί από τους ηθοποιούς, μουσικούς ή τραγουδιστές να επαναλάβουν την εκτέλεση κομματιού
μπούκα bucca στόμιο (πυροβόλου, λιμανιού, υπονόμου κτλ.
μπουκαμβίλια bougainvillea δενδρύλλιο αναρριχώμενο, με έντονα ανοιχτοκίτρινα, πορτοκαλόχρωμα ή βυσσινόχρωμα άνθη
μπούλμπερη pulvis, -eris πυρίτιδα | τέφρα, σκόνη
μπουμπούνας Bubona (= θεά προστάτιδα των βοδιών) χοντροκέφαλος
μπουρδουκλώνω impendiculare μπερδεύω, ανακατώνω
μπούφος bufus είδος πουλιού, βύας ο μέγας |  ηλίθιος, βλάκας
νεραγκούλα ranuncula το καλλωπιστικό φυτό βατράχιο
νεφάριος nefarius ο παράνομος (νομ. για γάμο)
νιχιλισμός nihilismus μηδενισμός
νιχιλιστής/τρια nihiliste μηδενιστής/τρα
νο(υ)νά/ος nonnus ανάδοχος σε βάφτιση
νοδάρος notarius συμβολαιογράφος, νοτάριος
Νοέμβριος november  ο ενδέκατος μήνας του έτους
νομενκλατούρα nomenclatura κατάλογος αξιωματούχων, ιδ. σοσιαλιστικού καθεστώτος | η προνομιούχα κοινωνική τάξη των αξιωματούχων
νόνα nonna η γιαγιά
νότα nota σημείο της μουσικής κλίμακας, φθογγόσημο | διπλωματική διακοίνωση
νουκλεοπρωτεΐνες nucleus τάξη πρωτεϊνών μεγάλης σημασίας για τη συμμετοχή τους στις θεμελιώδεις βιολογικές και γενετικές διεργασίες
ντε γιούρε de jure πολιτικός και διπλωματικός όρος που σημαίνει τη νόμιμα δημιουργημένη κατάσταση
ντε φάκτο de facto πολιτικός και διπλωματικός όρος που δηλώνει ότι μια πολιτική ή στρατιωτική κατάσταση αναγνωρίζεται ως γεγονός από τα ίδια τα πράγματα
ντελικάτος delicatus λεπτοκαμωμένος, κομψός
ντετερμινισμός determinismus φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι τα πάντα στον κόσμο γίνονται κατά αιτιώδη συνάφεια, αιτιοκρατία
ντού(μ)πλεξ duplex σύστημα για την ταυτόχρονη αποστολή τηλεγραφημάτων προς δύο διευθύνσεις, κάθε διπλό σύστημα
ξάγι exagium δοχείο ορισμένης χωρητικότητας σιτηρών, με το οποίο μετριέται το ποσοστό που λαμβάνεται από το μυλωνά ως δικαίωμα αλέσεως, τα αλεστικά, μέτρο πυρίτιδας και σφαιριδίων για τα κυνηγετικά όπλα
ξαμώνω examinare απλώνω το χέρι για να χτυπήσω, ορμώ, επιτίθεμαι, σημαδεύω
ξεφτέρι accipiter είδος γερακιού, το κιρκινέζι
ξίγκι axungia πάχος, λίπος
ξόμπλι exemplum σχέδιο που χρησιμεύει ως πρότυπο για τη διακόσμηση υφασμάτων | ποίκιλμα, κέντημα
οκτάβα octava οχτάστιχη στροφή ποιήματος, οχτάβα
Οκτώβριος October ο όγδοος μήνας του ρωμαϊκού έτους
όπτιμουμ optimum το άριστο, το καλύτερο | ευνοϊκή θέση, κατάσταση για την επίτευξη ορισμένου αντικειμενικού σκοπού
οράριο orarium διακριτικό άμφιο του διακόνου από επιμήκη λευκή λωρίδα που αναδιπλώνεται στον αριστερό ώμο
ορατόριο oratorium μουσική σύνθεση για μονωδία, χορωδία και ορχήστρα βασισμένη σε θρησκευτικό κείμενο
όστια hostia ο αγιασμένος άζυμος άρτος της καθολικής εκκλησίας
ουγκιά uncia μονάδα βάρους σε πολλές χώρες (ιδ. στην Αγγλία και Αμερική), ίση με 28,34 γραμμάρια
ουλτιμάτο ultimatum το τελεσίγραφο
ούλτιμο ultimus το τελευταίο, το έσχατο
ουμανισμός humanismus ανθρωπισμός
ουνίτης unus οι ορθόδοξοι χριστιανοί που αποτελούν την ουνία
ουτοπία utopia σύστημα, θεωρία, σχέδιο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, να εφαρμοστεί
οφικιάλιος officialis αξιωματούχος που είχε ως έργο να διαβιβάζει στους άρχοντες τα αιτήματα του πατριάρχη (στο Βυζάντιο)
οφίκιο officium αξίωμα, τίτλος

Λατινικές Λέξεις στα Ελληνικά

Add a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *